Κυριακή, 31 Μαΐου 2009

ΙΟΥΝΙΟΣ, ο μήνας της Ήρας-καλοκαίρι



Στην αρχαία Ελλάδα ο μήνας Εκατομβαιών των Αθηναίων, 
ήταν ο πρώτος μήνας του έτους, αφιερωμένος στο θεό Απόλλωνα, 
όταν ο ήλιος διατρέχει στον ουρανό μέγα δρόμο, 
όπου προς τιμήν του θυσίαζαν εκατόμβες, δηλαδή 100 ζώα, κυρίως βόδια.
Μεγάλη σύγχυση υπάρχει ως προς το ποιος ακριβώς μήνας ήταν, αλλού αναφέρεται ως μήνας στην τροπή του ήλιου, αλλά εννοούν την χειμερινή του τροπή και τον ταυτίζουν με το μήνα που γιορτάζονταν τα Κρόνια, δηλαδή αναφέρεται ως Δεκέμβριος-Ιανουάριος, άλλοι τον ταυτίζουν με το μήνα που σηματοδοτεί τη θερινή τροπή του ήλιου δηλαδή με τον ΙΟΎΝΙΟ-ΙΟΥΛΙΟ, που μάλλον είναι και η πιο ασφαλής άποψη.
Όπως είναι φυσικό η ίδια σύγχυση επικρατεί και στα λεξικά:

τιμήτῳ Ἑκατομβαιών· μὴν παρ' Ἀθηναίοις
πρῶτος· ἐκλήθη δὲ ἀπὸ τοῦ ἡλίου, ὅτι τὸν μέγαν δρόμον ποιεῖται τῷ
μηνὶ τούτῳ· ἑκατὸν δὲ ἐκάλουν τὰ μεγάλα οἱ παλαιοί.


<Νέα νουμηνία>: ἡ πρώτη ἡμέρα τοῦ ἐνιαυτοῦ, ἥτις
ἔστι νουμηνία Ἑκατομβαιῶνος μηνός.


<Ἑκατομβαιών>: μὴν τῶν Ἀθηναίων ὁ πρῶτος.


Ἑκατομβαιὼν δὲ ὠνόμασται διὰ τὰς
τοῦ Ἀπόλλωνος θυσίας· θύουσι γὰρ αὐτῷ ἑκατομβαιῷ,
τουτέστι πολυτίμῳ· μᾶλλον δὲ ἑκατὸν βόας
εὐχόμενοι.
<Ἑκατομβαιὼν> ὠνόμασται, ἐπειδὴ ἱερός ἐστι τῷ
ἡλίῳ.


Ἐκ δὲ τῆς ἑκατόμβης, καὶ μὴν Ἀττικὸς Ἑκατομβαιὼν,
διὰ τὰς ὡς εἰκὸς τότε ἐπιφανεῖς ἑκατόμβας.


<Ἑκατομβαιών>· ἔστι δὲ μὴν παρὰ τοῖς Ἀθηναίοις Κρονίων πρότερον
καλούμενος ἀπὸ τῆς γινομένης τῷ Κρόνῳ θυσίας. Ἑκατομβαιὼν δὲ ὠνο⟦μάσθη⟧
διὰ τὰς τοῦ Ἀπόλλωνος θυσίας· θύουσι γὰρ αὐτῷ Ἑκατομβοίῳ, τουτέστι πολύ, μᾶλλον δὲ ἑκατὸν βόας ἐχομένῳ.


Άλλες πηγές όμως αναφέρουν τον μήνα Σκιροφοριώνα ως αντίστοιχο του μήνα Ιουνίου, κατά το μήνα αυτό τελούνταν και οι γιορτή των Σκιαδοφορίων ή Σκιρροφορίων, τελετή κατά την οποία η ιδιαίτερη τάξη των ιερέων κρατούσε σκίαρα (σκιάδια, ομπρέλες).


Η αλήθεια είναι ότι τους μήνες του Ελληνικού ημερολογίου, σήμερα τους μετράμε περίπου στη μέση τους, έτσι σε ορισμένα ημερολόγια ως Ιούνιος φέρεται ο μισός μήνας Σκιροφοριών και ο μισός μήνας Εκατομβαιών, ο άλλος μισός Εκατομβαιών νοείται ο Ιούλιος με τις μισές πρώτες μέρες του Μεταγειτνιώνα κλπ


Για τους Ρωμαίους ήταν μήνας αφιερωμένος στη θεά Ήρα και στους νέους.
Οι Ρωμαίοι τη θεά Ήρα την ονόμαζαν Juno, και τους
νεότερους σε ηλικία τους έλεγαν juniors-ιουνιώρας.


Στις καλένδες του Ιουνίου γιόρταζαν τη θεά Ήρα και
στο Καπιτώλιο δίδονταν ευχές.


Οι ημέρες που απέδιδαν τιμές στην Ήρα ήταν μη εργάσιμες
και θεωρούνταν αποφράδες μέρες (nefasti).





Όλοι οι Ρωμαίιοι έπιναν πρωϊνό δροσερό νερό προς αποφυγήν όλων των νόσων και ιδιαιτέρως της ποδάγρας και προς αποφυγήν των πολύδυμων και τερατωδών τοκετών,
όπως όριζε χρησμός.
Τις υπόλοιπες ημέρες του μήνα έπιναν ελάχιστο νερό.


Η συνήθεια αυτή ξεκίνησε την εποχή του Αδριανού, όταν μια γυναίκα στην Αίγυπτο γέννησε μέσα σε άνισο χρονικό διάστημα, τέσσερα παιδιά σε τέσσερις μέρες και μετά σαράντα μέρες γέννησε και πέμπτο, οπότε επιβεβαιώθηκαν και όσα έγραφαν τα βιβλία των Ρωμαίων ιερέων, που ανέφεραν ότι ο μήνας Ιούνιος ήταν μήνας ανεπιτήδειος (ακατάλληλος) για γάμους και τεκνοποιία.
Η γυναίκα είχε γεννήσει τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο, γεγονός που αποδείκνυε ότι είχε συνευρεθεί ερωτικά κατά το μήνα Ιούνιο που ήταν μήνας αφιερωμένος στη θεά του γάμου και ήταν άσεμνο να τελεστούν γάμοι ή να συνευρεθούν ερωτικά οι σύζυγοι.
Αργότερα προσπαθώντας να ξεφύγουν από τις δεισιδαιμονίες άρχισαν να τελούν γάμους κατά το μήνα αυτό, θεωρώντας ότι η γονιμότητα της φύσης συνεννούσε και στην δημιουργία οικογένειας, έτσι σιγά-σιγά ξέφυγαν από τις προλήψεις του παρελθόντος, αφού σιγά-σιγά έφθινε και η παλιά θρησκεία,
τα πάντα κάνουν τον κύκλο τους και φθείρονται με το πέρασμα του χρόνου.


Την εποχή εκείνη περίπου γιορταζόταν και η γιορτή της Εστίας,
θεάς που ταυτίζεται με την Ήρα-Γαία.
Είναι η θεά που πρώτη εφεύρε την οικία, για το λόγο αυτό την οικία την ονομάζουμε και εστία, αλλά και το σημείο όπου μαγειρεύουμε, πάλι εστία το ονομάζουμε.


<Ἑστία>· πολλὰ σημαίνει· τὴν οἰκίαν, τὸ πῦρ καὶ τὸν τόπον, ὅπου τὸ πῦρ,
καὶ τὴν πυρὰν καὶ τὸν βωμὸν καὶ τὸν κυτρόπουν καὶ πυροστάτην.


Ἑστία θεὰ θυγάτηρ Κρόνου
καὶ Ῥέας, ἥτις καὶ πρώτη τὴν
οἰκίαν ἐφεῦρεν· ἐπωνύμως δὲ ταύτῃ
καὶ ἡ οἰκία ἑστία ἐκλήθη.


πρὸς τῆς Ἑστίας: Ἡ Ἑστία θυγάτηρ ἦν Κρόνου,
καταρχὰς τὴν οἰκίαν εὑροῦσα, ἣν ἐντὸς τῶν οἴκων
ἔγραφον, ἵνα τούτους συνέχῃ, καὶ τῶν οἰκούντων εἴη
φύλαξ.


Εστία ονόμαζαν τη γη από το εστάναι, ο Σωκράτης στον Κρατύλο του Πλάτωνα, ονομάζει την Εστία, πηγαία ουσία και αιτία των πάντων, που θεμελιώθηκε από τον πατέρα θεό Δία.


{ΣΩ.} Καταφαίνεταί μοι ἡ θέσις τῶν ὀνομάτων τοιούτων
τινῶν ἀνθρώπων, καὶ ἐάν τις τὰ ξενικὰ ὀνόματα ἀνασκοπῇ,
οὐχ ἧττον ἀνευρίσκεται ὃ ἕκαστον βούλεται. οἷον καὶ ἐν
τούτῳ ὃ ἡμεῖς “οὐσίαν” καλοῦμεν, εἰσὶν οἳ “ἐσσίαν”
καλοῦσιν, οἳ δ' αὖ “ὠσίαν.” πρῶτον μὲν οὖν κατὰ τὸ
ἕτερον ὄνομα τούτων ἡ τῶν πραγμάτων οὐσία “Ἑστία”
καλεῖσθαι ἔχει λόγον, καὶ ὅτι γε αὖ ἡμεῖς τὸ τῆς οὐσίας
μετέχον “ἔστιν” φαμέν, καὶ κατὰ τοῦτο ὀρθῶς ἂν καλοῖτο
“Ἑστία”· ἐοίκαμεν γὰρ καὶ ἡμεῖς τὸ παλαιὸν “ἐσσίαν”
καλεῖν τὴν οὐσίαν. ἔτι δὲ καὶ κατὰ τὰς θυσίας ἄν τις
ἐννοήσας ἡγήσαιτο οὕτω νοεῖν ταῦτα τοὺς τιθεμένους· τὸ
γὰρ πρὸ πάντων θεῶν τῇ Ἑστίᾳ πρώτῃ προθύειν εἰκὸς ἐκεί-
νους οἵτινες τὴν πάντων οὐσίαν “ἐσσίαν” ἐπωνόμασαν.
ὅσοι δ' αὖ “ὠσίαν,” σχεδόν τι αὖ οὗτοι καθ' Ἡράκλειτον
ἂν ἡγοῖντο τὰ ὄντα ἰέναι τε πάντα καὶ μένειν οὐδέν· τὸ
οὖν αἴτιον καὶ τὸ ἀρχηγὸν αὐτῶν εἶναι τὸ <ὠθοῦν>, ὅθεν
δὴ καλῶς ἔχειν αὐτὸ “ὠσίαν” ὠνομάσθαι. καὶ ταῦτα
μὲν δὴ ταύτῃ ὡς παρὰ μηδὲν εἰδότων εἰρήσθω· μετὰ δ'
Ἑστίαν δίκαιον Ῥέαν καὶ Κρόνον ἐπισκέψασθαι. καίτοι
τό γε τοῦ Κρόνου ὄνομα ἤδη διήλθομεν. ἴσως μέντοι
οὐδὲν λέγω.


Ο Πορφύριος ονομάζει την Εστία νοητή οντότητα, εννοώντας τη γη, θεωρεί τη θεά νοητή έφορο της γης "....και το ηγεμονικό της θείας δυνάμεως Εστία κέκληται".


Για το λόγο αυτό στην Εστία αφιέρωσαν άγαλμα παρθένου με μεγάλα στήθη,
που δεν ήταν άλλη από την προσωποποίηση της γης, που τρέφει τους πάντες,
είναι η γονιμοποιός δύναμη.





Ἑστία κέκληται, ἧς ἄγαλμα παρθενικὸν ἐφ' ἑστίας πυρὸς
ἱδρυμένον· καθὸ δὲ γόνιμος ἡ δύναμις, σημαίνουσιν
αὐτὴν γυναικὸς εἴδει προμάστου.


Στην ελληνική μυθολογία η Εστία είναι θεάς της οικογενειακής και της οικιακής ζωής, θεά που λατρευόταν στις εστίες (οικίες) και όχι δημόσια, όπως γινόταν στη Ρώμη.


Η Εστία στη Ρώμη ονομαζόταν Vesta και τιμές της αποδίδονταν δημόσια ως θεά που προστάτευε όλους τους Ρωμαίους, δηλώνοντας ότι όλοι μαζί αποτελούσαν μια οικογένεια.
Είναι αποκύημα της συνήθειας οι αποικίες να αποδίδουν τιμές
και να προσπαθούν να συμμαχούν με τις μητέρες πόλεις.


πίνακας του Goya Θυσία στην Εστία


Η Εστία θεωρείτο η μεγαλύτερη κόρη της Ρέας και του πατέρα Κρόνου,
αδέλφια της ήταν ο Δίας, η Ήρα, η Δήμητρα, ο Ποσειδώνας και ο Άδης,
ήταν δηλαδή από τις πρώτες θεές του δωδεκαθέου.


...εἰσὶ δὲ οἱ δώδεκα θεοὶ οὗτοι· Ζεύς, Ποσειδῶν, Ἅιδης, Ἑρμῆς, Ἥφαιστος,
Ἀπόλλων, Δημήτηρ, Ἥρα, Ἑστία, Ἄρτεμις, Ἀφροδίτη καὶ Ἀθηνᾶ.


Οι βωμοί της Εστίας συμβόλιζαν την φροντίδα της θεάς
που θεωρούνταν υπεύθυνη για το ιερό πυρ των Ολυμπίων θεών.


«... Γαία μήτερ, Εστίαν δε σ’ οι σοφοί βροτών καλούσιν ημένην εν αιθέρι»
γράφει ο Ευριπίδης, αναφέροντας ότι οι σοφοί την ονομάζουν
Γαία μητέρα, Εστία, διότι βρίσκεται στον αιθέρα κι όπως θα δούμε αιθήρ ονομάζεται και στους Ορφικούς Ύμνους.


Η Εστία ορκίστηκε ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΡΘΕΝΟΣ, Εστία είναι η γη, ταυτίζεται με την Ήρα που κάθε φορά που λουζόταν στο Λούσιο ποταμό αποκτούσε και πάλι την παρθενία της.


....διὸ καὶ αὕτη μὲν συνέρχεσθαι τῷ δημιουργικῷ Διῒ λέγεται [καὶ] διὰ τῆς κοινωνίας ἀπογεννῶσα μητρικῶς ὅσα ὁ Ζεὺς πατρικῶς, ἡ δ' Ἑστία μένειν ἐφ' ἑαυτῆς ἄχραντον τὴν παρθενίαν ἔχουσα καὶ ταυτότητος αἰτία οὖσα πᾶσιν·


Είναι η νοητή ύλη ( ο αιθήρ) που δημιουργεί συνεχώς που μένει πάντα νέα,
γι'αυτό είναι πάντα αγνή και δημιουργική.


Σύμφωνα με τον Σαλλούστιο, που σαφώς στηρίζει τις απόψεις του στα Ορφικά, η Ήρα, η Δήμητρα και η Άρτεμις είναι θεές υπεύθυνες για τις ψυχές, ο Απόλλων, η Αφροδίτη και ο Ερμής για την αρμονία, ενώ η Εστία, η Αθηνά και ο Άρης είναι για την φρούρηση, ενώ τον κόσμο ποίησαν ο Ζεύς, ο Ποσειδών και ο Ήφαιστος.



(η προστάτιδα του Άργους, Ήρα, εσωτερικό λευκής κύλικας,470-460 π.Χ. Μόναχο).

Η Ήρα ο αήρ, <Ἥρα:> ὁ ἀήρ, η Ήρα η Τελεία και ο Τέλειος Ζευς τιμούνταν αυτόν τον μήνα, αλλά και γενικά στους γάμους, ως θεοί φρουροί και υποστηρικτές των γάμων, διότι τέλος λεγόταν ο γάμος.


<Τελεία:> Ἥρα Τελεία καὶ Ζεὺς Τέλειος ἐτιμῶντο ἐν τοῖς γάμοις,
ὡς πρυτάνεις ὄντες τῶν γάμων. τέλος δὲ ὁ γάμος


<Ζευξιδία:> ἡ Ἥρα. <Ζευξιδία>: Ἡ Ἥρα οὕτως τιμᾶται ἐν Ἄργει.


καὶ βοῶπις ἡ Ἥρα καὶ ζυγία καὶ γαμηλία.


Τελεία, Ζευξιδία και βοϊδομάτα (με τα μεγάλα μάτια)
ζυγία και γαμηλία, επίθετα της θεάς Ήρας που τιμούνταν στο Άργος.


Ο Ιούνιος οφείλει το όνομα του και στο γεγονός ότι και τους νεαρούς σε ηλικία τους ονόμαζαν juniors-ιουνιώρας, διότι αυτοί ήταν αρμοδιότεροι, καταλληλότεροι για γάμο.
Αλλά ήταν και καταλληλότεροι για τον πόλεμο οι ιουνίορες, διότι με τα όπλα ήταν ικανοί να διαφυλλάττουν την πατρίδα, τον εαυτό τους και την οικογένεια τους.


Οί Έλληνες για το λόγο αυτό είχαν αφιερωμένο το δόρυ στη Θεα Ήρα.
Όλα τα αγάλματα της θεάς στο Άργος κρατούσαν δόρυ που το έλεγαν "κύριν",
για το λόγο αυτό και η θεά Ήρα λεγόταν ΚΥΡΙΤΙΣ.


Τον αντίστοιχο μήνα οι Έλληνες γιόρταζαν τους γάμους της Ήρας με τον πατέρα των θεών Δία. Ο Δίας για να ξαπλώσει με την πολυπόθητη γυναίκα του Ήρα (Γαία-Ρέα), έστρωσε χαλί από χλωρά ευωδιαστά λουλούδια, από το μύθο αυτό και το ολάνθιστο χαλί που έστρωσε ο πατέρας των Θεών για να ξαπλώσει με την πολυπόθητη γυναίκα του μέχρι σήμερα ευχόμαστε στους γάμους "ΒΙΟΝ ΑΝΘΟΣΠΑΡΤΟΝ".
Ο μήνας ως μήνας των ιερών γάμων των θεών, δεν θεωρούντο μήνας
κατάλληλος για γάμους μεταξύ θνητών.


Η Ήρα για τους Ρωμαίους υπήρξε θεά προστάτιδα της πόλης τους
αλλά και ολόκληρης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Σε όλα τα ρωμαϊκά αγάλματα η Ήρα φέρεται να φοράει την αιγίδα του Δία.


Για τους Έλληνες και Ρωμαίους θεολόγους η Ήρα είναι η μητέρα θεά που συνεχώς αναγεννάται, δε γερνάει ποτέ, συνεχώς είναι αγνή (αναπληρώνει την αγνότητα της).
Είναι η μοναδική, είναι η θεά μονάδα, είναι αυτή που ενώθηκε με των πατέρα των θεών, για τους Ρωμαίους είναι και η θεά που προστάτευε τα χρήματα "Μονήτα ή Μονέτα".


Όταν οι Ρωμαίοι θέλησαν να βρουν χρήματα για τον πόλεμο με τους Ταραντίνους, ευχήθηκαν να τους βοηθήσει η προστάτιδα τους Ήρα και εκείνη τους μήνυσε ότι αν είναι δίκαιοι στα όπλα, δεν θα τους λείψουν και τα χρήματα. Όταν οι Ρωμαίοι κέρδισαν εκείνη τη μάχη δίκαια, ετίμησαν την Ήρα ως θεά σύμβουλο των οικονομικών του κράτους, ΉΡΑ ΜΟΝΗΤΑΝ, και όρισαν να χαρακτεί νόμισμα προς τιμήν της.


...τύχοντες οὖν οἱ Ῥωμαῖοι τῆς αἰτήσεως ἐτίμησαν Ἥραν Μονήταν, τουτέστι σύμβουλον,
τὸ νόμισμα ἐν τῷ ἱερῷ αὐτῆς ὁρίσαντες χαράττεσθαι.




Ορφικός Ύμνος στη θεά Εστία


Ἑστίας, θυμίαμα ἀρώματα
Ἑστία εὐδυνάτοιο Κρόνου θύγατερ βασίλεια,
ἣ μέσον οἶκον ἔχεις πυρὸς ἀενάοιο, μεγίστου,
τούσδε σὺ ἐν τελεταῖς ὁσίους μύστας ἀναδείξαις,
θεῖσ' αἰειθαλέας, πολυόλβους, εὔφρονας, ἁγνούς
οἶκε θεῶν μακάρων, θνητῶν στήριγμα κραταιόν,
ἀιδίη, πολύμορφε, ποθεινοτάτη, χλοόμορφε
μειδιόωσα, μάκαιρα, τάδ' ἱερὰ δέξο προθύμως,
ὄλβον ἐπιπνείουσα καὶ ἠπιόχειρον ὑγείαν.





Ἥρης, θυμίαμα ἀρώματα


Κυανέοις κόλποισιν ἐνημένη, ἠερόμορφε,
Ἥρη παμβασίλεια, Διὸς σύλλεκτρε μάκαιρα,
ψυχοτρόφους αὔρας θνητοῖς παρέχουσα προσηνεῖς,
ὄμβρων μὲν μήτηρ, ἀνέμων τροφέ, παντογένεθλε.
χωρὶς γὰρ σέθεν οὐδὲν ὅλως ζωῆς φύσιν ἔγνω
κοινωνεῖς γὰρ ἅπασι κεκραμένη ἠέρι σεμνῷ
πάντων γὰρ κρατέεις μούνη πάντεσσί τ' ἀνάσσεις
ἠερίοις ῥοίζοισι τινασσομένη κατὰ χεῦμα.
ἀλλά, μάκαιρα θεά, πολυώνυμε, παμβασίλεια,
ἔλθοις εὐμενέουσα καλῷ γήθοντι προσώπῳ.


Ήρας θυμίαμα και αρώματα


Σε κυανούς κόλπους καθισμένη, αερόμορφη Ήρα,
παμβασίλεια, μακάρια σύζυγε του Δία,
που παρέχεις στους θνητούς ψυχοτρόφους χρήσιμες αύρες
μητέρα των βροχών, τροφέ ανέμων,
παντογένεθλη (γέννησες τα πάντα)
διότι δίχως εσένα δεν γνωρίζω να υπάρχει ζωή
μετέχεις σε όλα ανακατεμένη με θεϊκό αέρα,
διότι μόνη κρατάς τα πάντα,
σ' όλα δεσπόζεις μ' αέρινες κινήσεις σε ρεύματα,
αλλά μακάρια θεά πολυώνυμη, παμβασίλεια
ας έλθεις ευνοϊκή με ωραίο χαρούμενο πρόσωπο.


(απόδοση στίχων: Ματσιαρόκου Χρυσούλα)



Ἀπόλλωνος, θυμίαμα μάνναν


Ἐλθέ, μάκαρ Παιάν, Τιτυοκτόνε, Φοῖβε Λυκωρεῦ,
Μεμφῖτ', ἀγλαότιμος, ἰήιε, ὀλβιοδῶτα,
χρυσολύρη, σπερμεῖος, ἀρότριε, Πύθιε, Τιτάν.
Γρύνειε, Σμινθεῦ, Πυθοκτόνε, Δελφικέ, μάντι,
ἄγριε, φωσφόρε δαῖμον, ἐράσμιε, κύδιμε κοῦρε•
Μουσαγέτη, χαροποιός, ἑκηβόλε, τοξοβέλεμνε,
Βράγχιε καὶ Διδυμεῦ, ἑκάεργος, Λοξία, ἁγνέ•
Δήλι' ἄναξ, πανδερκὲς ἔχων φαεσίμβροτον ὄμμα,
χρυσοκόμη, καθαρὰς φήμας χρησμούς τ' ἀναφαίνων•
κλῦθί μευ εὐχομένου λαῶν ὕπερ εὔφρονι θυμῷ.
τόνδε σὺ γὰρ λεύσσεις τὸν ἀπείριτον αἰθέρα πάντα,
γαῖαν τ' ὀλβιόμοιρον ὕπερθέν καὶ δι' ἀμολγοῦ
νυκτὸς ἐν ἡσυχίῃσιν ὑπ' ἀστεροόμματου ὄρφνης
ῥίζας νέρθε δέδορκας, ἔχεις δέ τε πείρατα κόσμου
παντός• σοὶ δ' ἀρχή τε τελευτή τ' ἐστὶ μέλουσα,
παντοθαλής• σὺ δὲ πάντα πόλον κιθάρῃ πολυκρέκτῳ
ἁρμόζεις, ὁτὲ μὲν νεάτης ἐπὶ τέρματα βαίνων,
ἄλλοτε δ' αὖθ' ὑπάτην, ποτὲ Δώριον εἰς διάκοσμον
πάντα πόλον κιρνὰς κρίνεις βιοθρέμμονα φῦλα,
ἁρμονίῃ κεράσας παγκόσμιον ἀνδράσι μοῖραν•
μίξας χειμῶνος θέρεός τ' ἴσον ἀμφοτέροισιν,
ταῖς ὑπάταις χειμῶνα, θέρος νεάταις διακρίνας,
Δώριον εἰς ἔαρος πολυηράτου ὥριον ἄνθος.
ἔνθεν ἐπωνυμίην σε βροτοὶ κλῄζουσιν ἄνακτα
Πᾶνα, θεὸν δικέρωτ', ἀνέμων συρίγμαθ' ἱέντα•
οὕνεκα παντὸς ἔχεις κόσμου σφραγῖδα τυπῶτιν.
κλῦθι μάκαρ, σώζων μύστας ἱκετηρίδι φωνῇ.




©
Απαγορεύεται η αντιγραφή, ή αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή ολική ή μερική ή περιληπτική ή η απόδοση κατά παράφραση ή διασκευή του περιεχομένου των δημοσιεύσεων του ιστολογίου, με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, ή άλλο χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια της συγγραφέως, σύμφωνα με το νόμο 2121/1993 και κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, που ισχύουν στην Ελλάδα.

Creative Commons License
Αυτή η εργασία χορηγείται μόνον με άδεια Creative Commons Αναφορά προέλευσης-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Μη εισαγόμενο.

Σάββατο, 2 Μαΐου 2009

ασπροπλούμια, ασπροκέντημα, πιπίλα, βελονιές της παράδοσης




Ασπροπλούμια (ασπροκεντήματα)

Τα ασπροπλούμια είναι ένα είδος ξεφτιστού κεντήματος που δημιουργείται πάνω σε βαμβακερά και λινά υφάσματα, άλλοτε λευκά άλλοτε χρωματιστά.
Η βελονιά είναι προπομπός του Λευκαρίτικου κεντήματος στην Κύπρο στα Λευκαρίτικα κεντήματα. Είναι το παλαιότερο είδος της Κυπριακής κεντητικής τέχνης. Στα Λευκαρίτικα κεντήματα δημιουργείται ένα σχέδιο με βελονιές και στη συνέχεια δημιουργούνται κενά στο ύφασμα, ξεφτίζοντας το, καθώς αφαιρούνται σταυρωτά υφάδια και στημόνια του υφάσματος. Στη συνέχεια δημιουργούνται στυλάκια, ριχτές βελονιές και φεστόνι ή ριζοβελονιά για να συγκρατούνται τα υφάδια και τα στημόνια.
Στα παράλια της Μ. Ασίας στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες της Μεσογείου, συναντούμε παρόμοιες βελονιές. Το ξέφτισμα γίνεται σταυρωτά και κεντιέται με τυλιχτή βελονιά σε σχέδια αυστηρά γεωμετρικά.

Τα ασπροπλούμια ήταν πανάρχαια τεχνική κεντήματος.
Οι κλωστές πάντοτε στερεώνονται στην καλή πλευρά του κεντήματος, περνώντας την κλωστή μέσα στο σχέδιο, ανάμεσα από τις κλωστές, τις βελονιές.
Πάντοτε η κεντήτρια χρησιμοποιεί μονή κλωστή μεταξωτή, βαμβακερή ή λινή.

Κοπτό είναι το τρυπητό μέρος του κεντήματος που σχηματίζεται με την σταυρωτή αφαίρεση στημονιών και υφαδιών. Στη συνέχεια οι κλωστές που απομένουν κεντιούνται για να στερεωθούν και να γεμίσουν τα κοπτά, με τρωπωτή τυλιχτή βελονιά, που στην Ελλάδα συνηθίζουμε να την λέμε ριζοβελονιά.
Τα κοπτά κεντιούνται με το βελόνι και μονή κλωστή, τυλίγοντας τις άκοπες κλωστές στο εσωτερικό μέρος του κοπτού. Επίσης το κενό διάστημα ανάμεσα στις κλωστές μπορεί να γεμίσει με πεταχτές κλωστές με πλεκτή βελονιά.

Ιδιαίτερη προσοχή δίνει η κεντήτρια στις άκρες του κεντήματος, ώστε να στερεωθεί καλά και να μην υπάρξει φόβος να ξεφτίσει το κέντημα με την αφαίρεση των απαιτούμενων κλωστών. Ελάχιστες κλωστές τυλίγονται στην άκρη το πολύ 3-4, σφικτά και ομοιόμορφα, με βελονιές που κεντιούνται συμμετρικά, η μια δίπλα στην άλλη.

Η βελονιά έκανε το γύρο της Ευρώπης και επέστρεψε αργότερα στην Ελλάδα με παραλλαγή, ενσωματωμένη στα ασπροκεντήματα, είναι η τεχνική του φιλτιρέ, που δεν είναι τίποτε άλλο από ξεφτιστές κλωστές, δεμένες γύρω-γύρω με ριζοβελονιά ή φεστόνι
(βελονιά κόμπου, κουμπότρυπας).


Στο ασπροκέντημα χρησιμοποιούνται πλήθος βελονιών, φεστόνι, ανεβατό, ριζοβελονιά, ρίζα, αζούρ και πολλές άλλες.
Σε πολλές περιπτώσεις το ασπροκέντημα συνδυάζεται με δαντέλες πλεγμένες με το βελονάκι, τη σαΐτα και άλλες τεχνικές. Στην αρχή χρησιμοποιήθηκε λευκή κλωστή, πάνω σε λευκά υφάσματα, στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν και χρωματιστές κλωστές.










Βελονόκομπος ή πιπίλα

Η δαντέλα με τη βελόνα του ραψίματος λέγεται πιπίλα.
Είναι λεπτή και διακοσμητική τεχνική, που χρειάζεται δεξιοτεχνία που αποκτιέται μετά από εξοικείωση με την κεντητική τέχνη.
Ουσιαστικά η πολύ λεπτή κλωστή που χρησιμοποιείται γι’ αυτήν την τεχνική, στηρίζεται με κόμπους που δημιουργούνται με τη βελόνα και είναι τεχνική που χρησιμοποιήθηκε από την αρχαιότητα, από όλους τους Ελληνικούς πληθυσμούς.
Την τεχνική διέσωσαν κυρίως οι Μικρασιατικοί πληθυσμοί, περίφημες ήταν οι κεντήτριες της Κωνσταντινούπολης, την τεχνική διαφύλαξαν και οι γυναίκες των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, ιδιαίτερα οι Ροδίτισες.
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης η τεχνική του βελονόκομπου (πιπίλας) έγινε γνωστή στην Βενετία και την Γαλλία και από εκεί διαδόθηκε σε όλη την Ευρώπη.
Μετά την Μικρασιατική καταστροφή η πιπίλα διαδόθηκε στην Ελλάδα όπου είχε ξεχαστεί.
Με την τεχνική της πιπίλας οι γυναίκες κεντούσαν τα εσώρουχα ιδιαίτερα της νύφης, τα μαντήλια, κεφαλόδεσμους, γιακάδες, μανσέτες σε πουκάμισα, φορέματα, αλλά και σεντόνια, μαξιλαροθήκες, πετσέτες και τις άκρες των κεντημάτων τους.
Παλαιότερα κυρίως χρησιμοποιούσαν μεταξωτές και εν συνεχεία βαμβακερές κλωστές ή και λινές.


Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της πιπίλας είναι ότι οι κόμποι δημιουργούνται στον αέρα, με μόνο εργαλείο την βελόνα και την κλωστή. Η ποικιλία των κόμπων είναι μεγάλη, κάθε τόπος έχει την δική του τεχνική, κάθε κεντήτρια έχει τον δικό της τρόπο να δημιουργεί κόμπους και να συνθέτει σχέδια.


Δεν χρησιμοποιούνται σχέδια στην πιπίλα, κύριος οδηγός είναι η μνήμη και το μάτι της κεντήτριας. Κλωστές μικρές ή μεγαλύτερες μένουν ελεύθερες ανάμεσα στους κόμπους και έτσι δημιουργείται μεγάλη ποικιλία σχεδίων, τα δίχτυα του βελονιού, συνθέτοντας και λουλούδια καρυδάκια, φυλλαράκια ανάλογα με την φαντασία της κεντήτριας.
Creative Commons License
Αυτή η εργασία χορηγείται μόνον με άδεια Creative Commons Αναφορά προέλευσης-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Μη εισαγόμενο.

Απαγορεύεται η αντιγραφή, ή αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή ολική ή μερική ή περιληπτική ή η απόδοση κατά παράφραση ή διασκευή του περιεχομένου των δημοσιεύσεων του ιστολογίου, με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, ή άλλο χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια της συγγραφέως, σύμφωνα με το νόμο 2121/1993 και κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, που ισχύουν στην Ελλάδα.