Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2009

Το παλλάδιο, η ιστορία των βασιλιάδων της Τροίας 1




Πολλές φορές αναρωτιόμαστε, τι ήταν το παλλάδιο,
που υπήρχε στους ναούς της Θεάς Αθηνάς,
αλλά πουθενά δεν διαβάζουμε όλη την ιστορία
συγκεντρωμένη, ώστε να μπορέσουμε να κατανοήσουμε
γιατί είχε τόση μεγάλη σημασία και αξία, ώστε να
θεωρείται σύμβολο ευτυχίας, ένα μικρό ξύλινο ειδώλιο,

(Παλλάδιον, εὐτυχίας θρυλλούμενον σύμβολον)βρέτας όπως λεγόταν στην αρχαιότητα.
Ακόμη και καθηγητές μπερδεύουν τη Θεά Νίκη με
το Παλλάδιο της Θεάς Αθηνάς, διότι δεν
γνωρίζουν με λεπτομέρειες την ιστορία του.

Πρώτη φορά που ακούσαμε για το παλλάδιο,
ήταν προφανώς στο σχολείο, εκτός,
από ορισμένους από εμάς, λάτρεις της μυθολογίας
από μικρά παιδιά, που ίσως είχαμε ακούσει
ιστορίες από κάποιους μεγαλύτερους, ή επειδή
διαβάσαμε κάτι, σε κάποιο βιβλίο μυθολογίας.

Η ιστορία του παλλάδιου, ακουγόταν σε μύθους
σχετικούς με τη θεά Αθηνά, ή για την άλωση
της Τροίας. Όλοι μας θυμόμαστε το χρησμό που
δόθηκε στους Αχαιούς και έλεγε, ότι το Ίλιον
θα καταληφθεί, μόνο αν κλαπεί από το
ναό της Αθηνάς, το παλλάδιο.

Ολόκληρη την ιστορία όμως λίγοι από εμάς την
γνωρίζαμε ολόκληρη και με κατανοητή σειρά.
Η αγάπη μου για την ελληνική μυθολογία και
τις αλληγορίες της, με οδήγησαν να φτιάξω μια
σχετικά περιληπτική ιστορία ώστε όλοι όσοι
ενδιαφέρεστε να μάθετε σχεδόν ολόκληρο το μύθο,
διότι αν έπρεπε να αναφέρουμε όλους τους
μύθους γύρω από αυτό θα θέλαμε βιβλίο.
Σε λίγες γραμμές, θα δούμε την ιστορία από την
αρχή, για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε γιατί,
είχε τόσο μεγάλη σημασία, για τις πόλεις,
ώστε να θέλουν να το έχουν στην κατοχή τους.

Η ιστορία του Παλλαδίου, αρχίζει με την ανατροφή
της παρθένας θεάς Αθηνάς. Η Θεά Αθηνά όπως λέει
ο μύθος, γεννήθηκε όταν ο Δίας, κατάπιε την Μήτιδα,
τη θεά της γνώσης, όταν φοβήθηκε πως κινδυνεύει
ο θρόνος του από τα παιδιά που θα αποκτούσε μαζί της.
Η Μήτις ήταν η πιο σοφή και συνετή από όλους τους θεούς.
Ήταν μια από τις Ωκεανίδες Νύμφες, που είχαν
αναλάβει την ανατροφή του μικρού Δία, όταν η
μητέρα του Ρέα, τον έκρυψε στο Ιδαίο άντρο,
ώστε να μην τον φάει ο πατέρας του Κρόνος,
όπως είχε κάνει με τα υπόλοιπα παιδιά του.
Η Μήτις βοήθησε να μεγαλώσει ο Δίας και ήταν
εκείνη που στάθηκε αρωγός (βοηθός) του, ώστε
να νικήσει τον πατέρα του Κρόνο. Του έδωσε
ένα μαγικό βότανο, που μόλις το κατάπιε ο Κρόνος,
αναγκάστηκε να ξεράσει από το στομάχι του
όσα παιδιά του είχε καταπιεί.

Φυσικό ήταν ο Δίας να ερωτευτεί μια τόσο
σοφή και συνετή γυναίκα, οπότε αποφάσισε να
την κάνει και πρώτη σύζυγο του.
Η γιαγιά του η Γαία και ο παππούς του
ο Ουρανός όμως, τον ενημέρωσαν ότι η
βασιλεία του θα κινδύνευε από την κόρη και
το γιό που θα αποκτούσε μαζί της.
Η γιαγιά του η Γαία του έδωσε ένα βοτάνι
που όποιος το έτρωγε γινόταν μικρός.
Ο Δίας ξεγέλασε την Μήτιδα δίνοντας της
το βοτάνι, λέγοντας πως τρώγοντας το θα
γεννούσε γερά παιδιά. Μόλις εκείνη το κατάπιε
και μίκραινε, ο Δίας την κατάπιε για να
γλυτώσει από αυτήν και τους απογόνους της.
Αλλά από εκείνη την μέρα ο Δίας άρχισε να
έχει φοβερό πονοκέφαλο. Ο Δίας ζήτησε από τον
Ήφαιστο να τον χτυπήσει με τον πέλεκυ (τσεκούρι),
στο κεφάλι, διότι δεν άντεχε το βάρος που είχε.

Όταν ο Ήφαιστος υπάκουσε, ξεπετάχτηκε μέσα
από το κεφάλι του πατέρα της, πάνοπλη η
γαλανομάτα (γλαυκώπις)θεά Αθηνά και
ονομάστηκε Παλλάδα διότι πάλλονταν το δόρυ της.

Ο Πλάτωνας στο έργο του Κρατύλος, που μιλά
για την ετυμολογία των λέξεων, υποστηρίζει
ότι το όνομα Αθηνά προέρχεται από το Ηθονόην,
ή « ἁ θεονόα », στον δωρικό τύπο της λέξης,
δηλαδή τον νου και την διάνοια του Θεού.
Έτσι την ονόμασαν « Ἀθηνάαν » και
θεωρείται η θεά της σοφίας.

Ἀθηνᾶν αὐτὸν νοῦν τε καὶ διάνοιαν πεποιηκέναι,
ἔτι δὲ μειζόνως λέγων θεοῦ νόησιν ὡσπερεὶ λέγει
ὅτι « ἁ θεονόα » ἐστὶν αὕτη, ....
καὶ τὸ ἰῶτα καὶ τὸ σῖγμα ἀφελών....
Ἴσως δὲ οὐδὲ ταύτῃ, ἀλλ᾽ ὡς τὰ θεῖα νοούσης αὐτῆς
διαφερόντως τῶν ἄλλων « Θεονόην » ἐκάλεσεν.
Οὐδὲν δὲ ἀπέχει καὶ τὴν ἐν τῷ ἤθει νόησιν ὡς οὖσαν
τὴν θεὸν ταύτην « Ἠθονόην » μὲν βούλεσθαι προσειπεῖν·
παραγαγὼν δὲ ἢ αὐτὸς ἤ τινες ὕστερον ἐπὶ τὸ
κάλλιον ὡς ᾤοντο, « Ἀθηνάαν » ἐκάλεσαν.


Την ανατροφή της θεάς σύμφωνα με έναν μύθο,
ο Δίας την ανέθεσε στο θαλάσσιο θεό Τρίτωνα,
κάπου στη Λιβύη, εκεί που και σήμερα ακόμη
λέγεται Τριτωνίδα η περιοχή.

Ο Τρίτωνας ανέθρεψε την Αθηνά, παρέα με την
συνομήλικη με την θεά κόρη του την Παλλάδα.
Τα δύο κορίτσια μεγάλωναν μαζί και ασκούντο
στην πολεμική τέχνη. Κάποτε σε μια μεταξύ
τους φιλονικία, ο Δίας φοβήκηκε ότι η
Παλλάδα θα έβλαπτε την Αθηνά και την
σκέπασε με την αιγίδα του. Η Παλλάδα
ξαφνιάστηκε όταν είδε ξαφνικά μπροστά της
την θεϊκή ασπίδα, και έτσι δόθηκε η
ευκαιρία στην Αθηνά να πλήξει με το
ακόντιο της την Παλλάδα. Δυστυχώς το
χτύπημα ήταν θανάσιμο και η Παλλάδα
έχασε τη ζωή της. Η Αθηνά ήταν απαρηγόρητη
από τη θλίψη για το χαμό της καλής της φίλης.

Περίλυπη για τον απρόσμενο θάνατο της Παλλάδας,
κατασκεύασε ένα ξύλινο ομοίωμα της φίλης της,
σκέπασε το στέρνο του αγάλματος με την
θεϊκή αιγίδα το τοποθέτησε και το τιμούσε
δίπλα στον πατέρα της Δία. Άλλος μύθος λέει ότι
το Παλλάδιο το έπλασε ο Ήφαιστος από τα οστά
του Πέλοπος και η Αθηνά το φύλαγε μέσα
σε ναό αφιερωμένο στην ίδια.



φασὶν Ἥφαιστον ἐκ τῶν ὀστῶν Πέλοπος
πεποιηκέναι τὸ Παλλάδιον.
Θα δούμε τώρα το γενεαλογικό δέντρο των Τρώων,
που αποδεικνύει και την ελληνική τους καταγωγή.
Έτσι θα αντιληφθούμε ότι ο Τρωϊκός πόλεμος,
ήταν και εμφύλιος πόλεμος.

Η Ωκεανίδα Ηλέκτρα, η κόρη του Άτλαντα, και
ο Δίας γέννησαν τον Δάρδανο και τον Ιασίωνα.
Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασεύς υποστηρίζει ότι
πατρίδα του Δαρδάνου, ήταν η Αρκαδία, όπου
μαζί με τον αδελφό του Ιασίωνα βασίλεψαν μετά
τον θάνατο του παππού τους του Άτλαντα.

Ο Δάρδανος είχε παντρευτεί την Χρύση
(κόρη του Πάλλαντα) και είχε αποκτήσει
δυο γιους, τον Ιδαίο και τον Δείμα.

Την εποχή εκείνη όμως έγινε ένας από τους
μεγαλύτερους κατακλυσμός, γνωστός και ως
κατακλυσμός του Δαρδάνου, διότι έγινε την
εποχή που εκείνος βασίλευε. Ο Δάρδανος
και η οικογένεια του επέζησαν του φοβερού
εκείνου κατακλυσμού και για να καταφέρουν να
επιβιώσουν στα λιγοστά εδάφη που υπήρχαν μετά
τον κατακλυσμό, έφυγαν ψάχνοντας για εύφορη γη.
Ο Δείμας ο ένας από τους γιούς του, έμεινε στην
Αρκαδία, ενώ ο Δάρδανος μαζί με τον αδελφό του
Ιασίωνα έφυγαν στα βορειοανατολικά και πήγαν
να αποικήσουν την Σαμοθράκη. Εκεί ο Ιασίων
ερωτεύτηκε τη θεά Δήμητρα και στην προσπάθεια
του να την βιάσει κατακεραυνοβολήθηκε από
τον θεό Δία. Λυπημένος για τον θάνατο του
αδελφού του, αλλά και επειδή έψαχνε πιο εύφορη
γη ο Δάρδανος πέρασε στα απέναντι παράλια στην
Μικρά Ασία, κοντά στην περιοχή της Αβύδου.

(Άλλος μύθος λέει ότι ο Δάρδανος, πήγε πρώτα
στην Κρήτη και από εκεί πήγε στη Μ. Ασία,
ενώ άλλος μύθος θέλει τον Τεύκρο να μεταβαίνει
από την Κρήτη στην Μ. Ασία
και να διαδέχεται το Δάρδανο.)

Ενώ άλλος μύθος αναφέρει ότι ο Δάρδανος πήρε το Παλλάδιο,
από το ναό της Αθηνάς και μαζί με τον αδελφό του Ιασίωνα,
έφτασε στην Σαμοθράκη, όπου τους φιλοξένησε ο Κάδμος ο γιός του Αγήνορος
(που πολλοί θέλουν να πιστεύουν πως ήταν Φοινικικής καταγωγής, αλλά σε άλλο σημείο θα αποδείξουμε τι καταγωγή είχαν και οι Φοίνικες),
μαζί με την γυναίκα του Τηλεφάη (Τηλέφασα). Όταν η Τηλεφάη πέθανε, ο Κάδμος παντρεύτηκε την Αρμονία και έστειλε τον Δάρδανο και τους υπηκόους του στον Τεύκρο, (τον Τρώα) που βασίλευε στην Ασία. Ο Τεύκρος αναγνώρισε τον Δάρδανο και τον πάντρεψε με την κόρη του και το άφησε το βασίλειο του, μετά τον θάνατο του.

... ἐκ τοῦ νεὼ τῆς Ἀθηνᾶς τὸ παλλάδιον ἀράμενος
ἀφίκετο εἰς Σαμοθρᾴκην μετὰ Ἁρμονίας καὶ Ἰασίωνος
[ἑνὸς] τῶν ἀδελφῶν, κἀκεῖ διάγοντα Κάδμος
ὁ Ἀγήνορος ἐφιλοποιήσατο, καὶ ἀποθανούσης Τηλεφάης
γαμεῖ τὴν Ἁρμονίαν ὁ Κάδμος καὶ ἀποστέλλει τὸν Δάρδανον
εἰς τὴν Ἀσίαν μετὰ τῶν ἑταίρων πρὸς Τεῦκρον τὸν Τρῶα·
ὁ δὲ Τεῦκρος ἀναγνωρίσας τὸν Δάρδανον δίδωσιν αὐτῷ τὴν
θυγατέρα Βάτειαν καὶ ἀποθνήσκων τὴν βασιλείαν.


Στην περιοχή εκείνη βασίλευε ο Τεύκρος ο γιος του ποταμού Σκάμανδρου και την νύμφης Ιδαίας,
για το λόγο αυτό η περιοχή εκείνη λεγόταν Τευκρίς, και οι κάτοικοι της Τεύκροι.

([Δάρδανος,] πόλις Τρωάδος, ἡ πρότερον [Τευκρίς.])Ο βασιλιάς Τεύκρος υποδέχτηκε τον Δάρδανο του παραχώρησε
κάποια κομμάτια γης και του έδωσε ως σύζυγο την κόρη του τη Βάτεια.

Όταν πέθανε ο Τεύκρος η περιοχή ονομάστηκε Δαρδανία,
εφόσον ο Δάρδανος κληρονόμησε το βασίλειο του πεθερού του.

....ᾤκισε Δάρδανον καὶ Δαρδανίαν τὴν χώραν ὠνόμασεν,
ἣ Τευκρίς πρότερον ἐκαλεῖτο”. αὕτη καὶ Δαρδανία.
καὶ Δαρδανική καὶ Δαρδάνιοι καὶ Δαρδανίδαι καὶ [Δάρδανοι].
Εκεί ο Δάρδανος γέννησε άλλα δυό παιδιά τον
Ίλο και τον Εριχθόνιο. Ο Ίλος δεν απέκτησε παιδιά.

Ο Εριχθόνιος διαδέχτηκε τον πατέρα του στη βασιλεία, παντρεύτηκε
την Αστυόχη του Σιμόεντος και γέννησε μαζί της γιο τον Τρώα.

Όταν ήρθε η σειρά του Τρώα στην βασιλεία, ονόμασε την περιοχή Τροία. Ο Τρώας πήρε για σύζυγο την Καλλιρόη, την κόρη του Σκάμανδρου, (του ποτάμιου θεού) και γέννησε μαζί της την Κλεοπάτρα και τρία αγόρια, τον Ίλο, τον Ασσάρακο και τον Γανυμήδη. Τον Γανυμήδη τον άρπαξε ο Δίας μεταμορφωμένος σε αετό και τον διόρισε οινοχόο των θεών στον Όλυμπο.

Ο Ίλος ο ένας γιος του Τρώα, εγγονός του Εριχθόνιου, παντρεύτηκε την Ευρυδίκη την κόρη του Αδράστου, και γέννησε την Θεμίστη (που παντεύτηκε τον Κάπυ), και τον Λαομέδοντα.

Ο Ίλος θεωρείται ο γενάρχης του Πριάμου, του θρυλικού βασιλιά της Τροίας,
αλλά παράλληλα θεωρείται και γενάρχης του Αινεία του ιδρυτή της Ρώμης,
που αργότερα θα γινόταν ονομαστή κοσμοκράτειρα.
(Ίσως η αίγλη της να οφείλεται στο Παλλάδιο το οποίο κατέληξε εκεί, σύμφωνα με μύθο.)

Ο Ίλος κληρονόμησε το βασίλειο της Τροίας, στην πόλη που έκτισε, το Ίλιον,
έδωσε το δικό του όνομα, ή το όνομα του Ήλιου, (ηλιακή θεότητα) διότι εκεί εμφανίστηκε ένα περίεργο φαινόμενο.

Ο μύθος για την ίδρυση της πόλης έχει ως εξής:
Ο βασιλιάς της Φρυγίας, διοργάνωσε αγώνες πάλης και στους αγώνες έλαβε μέρος ο Ίλος και κέρδισε. Έπαθλο των αγώνων ήταν 100 δούλοι (50 άνδρες, 50 γυναίκες).
Χρησμός που είχε δοθεί στο βασιλιά της Φρυγίας, όριζε μαζί με το έπαθλο των αγώνων να παραδώσει στον νικητή και μια ποικίλλη (παρδαλή) αγελάδα.
Το ζώο σύμφωνα με το χρησμό έπρεπε να περιπλανηθεί ελεύθερα μόνο του και ο Ίλος έπρεπε να ιδρύσει πόλη στο σημείο που το ζώο θα σταματούσε και θα καθόταν. Η αγελάδα ακολούθησε το δρόμο βόρεια της Φρυγίας και στάθηκε στο "λόφο της Άτιδος", στην Πεσινούντα. Στο σημείο εκείνο σύμφωνα με το μύθο ο Δίας πέταξε την Άτι (αδικία) όταν την γκρέμισε από τον Όλυμπο.

Στο σημείο εκείνο λοιπόν ο Ίλος έκτισε την πόλη του, λίγα χιλιόμετρα μόνο, νοτιότερα από την πόλη που είχε κτίσει ο προπάππους του Δάρδανος. Ως ευσεβής που ήταν ζήτησε από το θεό Δία να του φανερώσει ένα σημάδι, ώστε να είναι σίγουρος πως διάλεξε το σωστό σημείο και ότι ο Ίλος είναι άξιος ηγέτης της περιοχής. Αμέσως μια λάμψη φάνηκε στον ουρανό, και ένα φωτεινό αντικείμενο έπεσε έξω από την σκηνή του Ίλου. Ήταν ένα ξύλινο ειδώλιο (βρέτας).

....Καὶ τοῦ διοπετοῦς,” τοῦ ναοῦ τοῦ Διός·
ἤτοι τοῦ στρογγυλοειδοῦς· ἢ μᾶλλον ὅπερ
καὶ ἀληθές ἐστι, διοπετὲς καλεῖ τὸ ἄγαλμα
τῆς Ἀρτέμιδος, ἤτοι τὸ Παλλάδιον·

ὅπερ ἄνωθεν ἐκ τοῦ Διὸς διαθήλασθαι
ᾤοντο, καὶ οὐκ ἐξ ἀνθρώπων.

....καὶ τὸ Παλλάδιον δὲ τῆς Ἀθηνᾶς τοιοῦτο
ἦν, τρίπηχυ ξύλινον ἐξ οὐρανοῦ καταπεσὸν
ἐν Πεσινοῦντι τῆς Φρυγίας,....
τὸν τόπον φασὶ κληθῆναι.

[Παλλάδιον]: Παλλάδια ἐκάλουν,
τὰ βαλλόμενα εἰς γῆν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ
ἀγάλματα· πάλλειν γὰρ τὸ βάλλειν.


Το άγαλμα είχε τρεις πήχεις ύψος (1,386 μ.), τα πόδια του ήταν ενωμένα, φορούσε ανδρικά ρούχα, και πίλο (περικεφαλαία από μαλλιά) και στέμματα, (στεφάνι και ειρεσιώνη), ενώ στο δεξί χερί κρατούσε δόρυ και στο αριστερό κρατούσε ηλακάτη και άτρακτο (ρόκα και αδράχτι).



....Φασὶ δὲ τὸ ἐν Τροίᾳ Παλλάδιον διοπετὲς
μὲν εἶναι, ἤγουν ἐξ ἀέρος ἄνωθεν οὐρανόθεν
πεσόν, ἀνδρὸς δὲ δορὰν ἠμφιέσθαι στέμμα τε
ἔχειν καὶ ἠλακάτην, ἐν δὲ τῇ κεφαλῇ πῖλον
καὶ δόρυ ἐν τῇ δεξιᾷ.

....φασὶ τὸ διοπετὲς †ἀνδρὸς† δορὰν ἠμφιέσθαι,
ἔχειν δὲ στέμματα καὶ ἠλακάτην, ἐν δὲ
τῇ κεφαλῇ πόλιν κἀν τῇ δεξιᾷ δόρυ.


Ήταν το Παλλάδιο της θεάς Αθηνάς, η ιστορία του οποίου περιγράφηκε παραπάνω.
Το Παλλάδιο το έριξε ο Δίας στη χώρα του Ίλου και όρισε ότι πρέπει να κατασκευάσει ναό, αφιερωμένο στη θεά Αθηνά και να τιμά το ειδώλιο (Παλλάδιο).
Από τη στιγμή που το Παλλάδιο θα έμπαινε στο ναό, δεν έπρεπε να το δει και να το ακουμπήσει κανείς, παρά μόνο οι ιέρειες της θεάς, ούτε καν ο ίδιος ο Ίλος που το βρήκε.
Το Παλλάδιο θα προφύλασσε την πόλη από κάθε εισβολή, κάνοντας την απόρθητη.

....ὃ ἔλεγον εἶναι τετελεσμένον εἰς νίκην, φυλάττοντα τὴν πόλινΚάποτε έτυχε να πάρει φωτιά η πόλη και καιγόταν και ο ναός.
Ο Ίλος πάνω στον πανικό του, να σώσει το Παλλάδιο όρμησε μέσα στον φλεγόμενο ναό, εκείνο όμως τον τύφλωσε. Μόνο μετά από πολλές ικεσίες του Ίλου, προς την θεά Αθηνά, έπεισε την θεά ότι η πράξη δεν είχε σκοπιπόμητα, αλλά ό,τι έπραξε το έπραξε για να προφυλάξει το Παλλάδιο από την φωτιά. Η Αθηνά έδειξε κατανόηση και ο Ίλος ξαναβρήκε το φως του.

ΕΝ ΙΛΙΩΙ τοῦ ναοῦ τῆς Ἀθηνᾶς ἐμπρησθέντος
προσδραμὼν Ἶλος τὸ διοπετὲς ἥρπασε παλλάδιον
καὶ ἐτυφλώθη· οὐ γὰρ ἐξῆν ὑπ' ἀνδρὸς βλέπεσθαι·
ὕστερον δ' ἐξιλασάμενος ἀνέβλεψεν·
Άλλος μύθος αναφέρει ότι το Παλλάδιο ήταν ξύλινο ζώδιο (είτε ζώο, είτε ζωδιακό σημείο) που δόθηκε στο βασιλιά, από τον φιλόσοφο, μαθηματικό και μύστη Άσιο, όταν κτιζόταν η πόλη, γι' αυτό και η χώρα ενώ πρώτα λεγόταν Ήπειρος ονομάστηκε Ασία, προς τιμήν του.

Παλλάδιον:> τοῦτο ἦν ζῴδιον μικρὸν ξύλινον, ὃ ἔλεγον εἶναι
τετελεσμένον, φυλάττον τὴν βασιλείαν τῆς Τροίας· ἐδόθη δὲ Τρωῒ τῷ
βασιλεῖ κτίζοντι τὴν πόλιν ὑπὸ Ἀσίου τινὸς φιλοσόφου καὶ τελεστοῦ·
διὸ δὴ εἰς τιμὴν Ἀσίου τὴν ὑπ' αὐτοῦ βασιλευομένην χώραν πρότερον
Ἤπειρον λεγομένην Ἀσίαν ἐκάλεσεν.

....οὐκ ἐξ οὐρανοῦ λέγει πεσεῖν τὸ Παλλάδιον,
Ἄσιον δέ τινα φιλόσοφον μαθηματικὸν τοῦτο
ποιῆσαι ὡροσκοπίᾳ καλλίστῃ εἰς τὸ ἀπόρθητον
εἶναι τὴν πόλιν ἐκείνην, ἔνθα ἂν τοῦτο μένῃ
πεφυλαγμένον καὶ ἄσυλον, χαρίσασθαι
δὲ τοιοῦτο τῷ Τρωὶ Παλλάδιον...

....Καὶ τὸ Παλλάδιον δὲ τῆς Ἀθηνᾶς τοιοῦτον ἦν
τρίπηχυ, ξύλινον, ἐξ οὐρανοῦ καταπεσόν, ὥς φασιν,
ἐν Πεσινοῦντι τῆς Φρυγίας,.....
ἐκεῖ πεσεῖν ἐν τῇ συμβολῇ τοῦ πολέμου, ὁπότε διὰ
τὴν ἁρπαγὴν Γανυμήδους ἐμάχοντο Τάνταλος ὁ

ἐραστὴς Γανυμήδους καὶ Ἴλιος (Ἶλος) ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ.

Άλλος μύθος αναφέρει ότι το Παλλάδιο έπεσε στη γη, όταν πολεμούσαν ο Τάνταλος και ο Ίλος για την αρπαγή του Γανυμήδη, που ήταν αδελφός του Ίλου.

Το παλλάδιο έμεινε φυλαγμένο στο ναό της Αθηνάς στο Ίλιον, για αρκετές γενιές, έως ότου οι Αχαιοί εξεστράτευσαν στην Τροία, για να πάρουν πίσω την ωραία Ελένη. Δέκα χρόνια πολιορκούσαν την πόλη του Ιλίου, αλλά ήταν αδύνατον να λυγίσουν οι Τρώες. Οι Αχαιοί ζήτησαν χρησμό και ο χρησμός έλεγε ότι η Τροία θα μείνει απόρθητη, έως ότου κάποιος αφαιρέσει το παλλάδιο, από το ναό.
Χρησμός που είχε δοθεί από τον Αντήνορα έλεγε ότι όσο είναι κρυμμένο το παλλάδιο σε άβατο τόπο δεν κινδύνευε η βασιλεία των Τρώων. Για το λόγο αυτό κάποιοι μύθοι λένε ότι κατασκευάστηκαν αντίγραφα της εικόνας, ώστε να μην κινδυνεύσει το αυθεντικό Παλλάδιο, διότι οι Τρώες ήξεραν ότι οι Αχαιοί θα προσπαθούσαν κάποια στιγμή να το κλέψουν.

.....δέ φησιν ὑπὸ Διὸς δοθῆναι Δαρδάνῳ Παλλάδιον ἓν
καὶ εἶναι τοῦτο ἐν Ἰλίῳ τέως ἡ πόλις ἡλίσκετο κε-
κρυμμένον ἐν ἀβάτῳ· εἰκόνα δ' ἐκείνου κατεσκευα-
σμένην ὡς μηδὲν τῆς ἀρχετύπου διαφέρειν ἀπάτης τῶν
ἐπιβουλευόντων ἕνεκεν ἐν φανερῷ τεθῆναι καὶ αὐτὴν
Ἀχαιοὺς ἐπιβουλεύσαντας λαβεῖν.

....χρησμὸς γὰρ ἦν δοθεὶς τοῖς Ἕλλησι μὴ ἂν ἄλλως
κρατῆσαι τῆς Τροίας, εἰ μὴ τὸ παλλάδιον τὸ ἐν Τροίᾳ κλαπῇ.

....ἐποίησαν δὲ τοῦτο οἱ Δαναοί, ἐπειδὴ ἐδόθη
αὐτοῖς χρησμὸς ὅτι Οὐ δυνατὸν ὑμᾶς παραλαβεῖν
τὴν Τροίην, εἰ μὴ τὸ Παλλάδιον ἀφέλησθε.

....τοῦτο Διομήδης καὶ Ὀδυσσεύς, ὅτε τὴν πρεσβείαν
ἐποιήσαντο πρὸς Πρίαμον, ἐκ τοῦ ἱεροῦ ἐσύλησαν,
προδεδωκυίας αὐτὸ Θεανοῦς τῆς τοῦ Ἀντήνορος γυναικός,
ἱερείας τυγχανούσης καὶ φυλαττούσης αὐτό·
ἦσαν γὰρ ἀπὸ χρησμοῦ καὶ Ἀντήνορος μαθόντες, ὅτι
ἕως οὗ μενεῖ τὸ παλλάδιον ἐν τῇ Τροίᾳ, ἀσάλευτος
ἔσται ἡ βασιλεία τῶν Φρυγῶν.


Όποιος θα είχε το παλλάδιο θα είχε και τη νίκη. Την κλοπή αναλαμβάνουν να πραγματοποιήσουν δύο από τους πιο ανδρειωμένους Έλληνες. Ο Οδυσσέας και ο Διομήδης. Ο Όμηρος γράφει ότι πήγαν ως πρεσβευτές στον Πρίαμο και έτσι βρήκαν την ευκαιρία να συλήσουν το ναό. Ο Διομήδης πάτησε στους ώμους του Οδυσσέα, αλλά δεν έδωσε το χέρι του να τραβήξει πάνω στο τείχος τον Οδυσσέα, αλλά κρατώντας το παλλάδιο γύρισε την πλάτη στον Οδυσσέα. Θεϊκή δύναμη έκανε το παλλάδιο να κουνηθεί και το μυαλό του Οδυσσέα θόλωσε και προσπάθησε να σκοτώσει τον Διομήδη και να πάει εκείνος το ειδώλιο στους Αχαιούς.

....Στέλλονται οὖν ἐπὶ τῇ κλοπῇ τοῦ Παλλαδίου
Διομήδης καὶ Ὀδυσσεύς, καὶ ἀναβαίνει ἐπὶ τὸ τεῖχος
Διομήδης, ἐπιβὰς τῶν ὤμων Ὀδυσσέως· ὁ δὲ οὐκ
ἀνελκύσας Ὀδυσσέα καίτοι τὰς χεῖρας ὀρέγοντα, ᾔει
τὴν ἐπὶ τὸ Παλλάδιον, καὶ ἀφελόμενος αὐτὸ πρὸς
Ὀδυσσέα ἔχων ὑπέστρεφε.

....Κινηθέντος δὲ τοῦ Παλλαδίου κατά τινα δαίμονα,
γνοὺς Ὀδυσσεὺς αὐτὸ ἐκεῖνο εἶναι καὶ κατόπιν γεγονὼς
σπᾶται τὸ ξίφος, ἐκεῖνον μὲν ἀνελεῖν βουληθείς, αὐ-
τὸς δ' Ἀχαιοῖς τὸ Παλλάδιον κομίζειν.

Παραλλαγή του μύθου θέλει τους ήρωες να φτάνουν στο ναό χρησιμοποιώντας τις υδρορροές.

...ὅτι [διὰ] τὸ παλλάδιον δι' ὑδρορρόας
εἰσῆλθον [οἱ] περὶ τὸν Ὀδυσσέα
Μια εκδοχή του μύθου λέει, ότι το παλλάδιο έφτασε στην Ελλάδα, με την άφιξη του Οδυσσέα. Αργότερα ο Οδυσσέας το πήγε στην πατρίδα της γυναίκας του Πηνελόπης και έκτισε ναό της Αθηνάς και το αφιέρωσε σ' αυτήν.

Τόσο μεγάλη δύναμη πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες ότι είχαν τα Παλλάδια, που ακόμη και όσα από αυτά ήταν αγοραστά αναλάμβαναν να τα χρυσώσουν, ως αφιερώματα στη θεά, σε περίοδο πολεμικών εκστρατειών, θέλοντας με τον τρόπο αυτό να εξευμενίσουν τη θεά, ώστε να τους προφυλάσσει από τους κινδύνους της μάχης.

Έθιμο που κράτησαν οι Έλληνες μέχρι τις μέρες μας, όταν αφιερώνουν επάργυρα, χρυσά, αργυρά καντήλια, εικόνες και άλλα ιερατικά αντικείμενα, ως αφιερώματα σε μονές και εκκλησίες, κάθε φορά που ζητούν χάρη από το θεό ή από κάποιον άγιο.

Αλλά και οι Λατίνοι έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το Παλλάδιο του Ιλίου. Όπως είπαμε θεωρούσαν ότι ο Δάρδανος ήταν και δικός τους προπάτορας. Η αληθινή σχέση, είναι ότι και οι Λατίνοι, ιδιαίτερα των νοτίων παραλίων της Ιταλίας και της Σικελίας, είχαν ελληνική καταγωγή, ξεχασμένη ίσως μετά από αιώνες μετά την πρώτη αποίκηση κατοίκων της Πελοποννήσου κυρίως, περιοχών της Ιταλίας και Σικελίας.

Έτσι οι Λατίνοι θεωρούσαν ως πρόγονο τους τον Δάρδανο, επειδή είχαν σχέση με τη γενιά του Ασσάρακου (αδελφού του Ίλου) που γέννησε τον Κάπυ. Παιδί του Κάπυ ήταν ο Αγχίσης που τον ερωτεύτηκε η θεά Αφροδίτη και μέσα στα βαθιά φαράγγια της Ίδης (βουνού Φρυγίας), γέννησε μαζί του τον Αινεία, που από αυτόν κυρίως έλκουν την καταγωγή τους οι Λατίνοι.

Η ιστορία των λατινικών πόλεων βρίθει από μύθους για το παλλάδιο του Ιλίου. Λένε πως τελικά μέσω του Διομήδη, το παλλάδιο δόθηκε στον Αινεία και έφτασε στην Ιταλία, όπου κτίστηκαν πολλές πόλεις και ναοί, ως άβατοι ναοί όπου υποτίθεται ότι φυλαγόταν. Από την ίδρυση της Ρώμης, μέχρι τις περισσότερες νότιες κυρίως πόλεις της Ιταλίας, το παλλάδιο ήταν ο κύριος πόθος όλων. Θρύλοι θέλουν μέχρι και τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο να θάβει στην αγορά ένα παλλάδιο ως φυλακτό της πόλης για ευημερία.

Οι Λατίνοι διηγούνται μύθους παρόμοιους με την τύφλωση του Ίλου, για όσους τυχαία ήρθαν σε επαφή με το παλλάδιο.
Παραθέτω ένα απόσπασμα, όπου ένας επίσημος άνδρας Ρωμαίος τυφλώθηκε καθώς άρπαξε το παλλάδιο από το τέμενος της Εστίας που είχε αρπάξει φωτιά. Για την πυρκαγιά τον ειδοποίησαν κόρακες που χτυπούσαν δυνατά τα φτερά τους. Θεώρησε ότι ο οιωνός ήταν κακός και επέστρεψε στη Ρώμη, όπου είδε το τέμενος να καίγεται. Όπως και ο Ίλος μετά από ικεσίες ξαναβρήκε το φως του.

Ἀντύλος ἀνὴρ τῶν ἐπισήμων, πορευόμενος εἰς
τὸ προάστειον, ὑπὸ κοράκων ἐπεσχέθη
παιόντων ταῖς πτέρυξι. Φοβηθεὶς δὲ τὸν οἰωνὸν, εἰς
Ῥώμην ὑπέστρεψεν. Ἰδὼν δὲ τὸ τέμενος τῆς Ἑστίας
καιόμενον, καὶ τὸ Παλλάδιον ἁρπάσας, ἐτυφλώθη·
ὕστερον δ' ἀνέβλεψεν ἐξιλασάμενος·


Το Παλλάδιο για χιλιάδες χρόνια ήταν σύμβολο ευτυχίας και επιτυχίας, για όσες περιοχές είχαν την τύχη να το έχουν στην κατοχή τους. Σύμβολο πολεμικό, αλλά και ειρηνικό. Το δόρυ και η αντρική περιβολή του, θωρακισμένη από την θεϊκή ασπίδα ήταν σύμβολα που έδειχναν το πόσο ετοιμοπόλεμη έπρεπε να είναι η περιοχή. Η ηλακάτη και το αδράχτι, ηλιακά σύμβολα κατά τον Πλάτωνα, δηλώνουν την αέναη κίνηση του ήλιου και γενικά του σύμπαντος, που όπως η ηλακάτη και το αδράχτι συνεργάζονται ώστε να αποδώσουν αρμονικό αποτέλεσμα, έτσι και η ανώτερη δύναμη που κινεί τα πάντα, θέτει τα πάντα σε αρμονία. Η ηλακάτη και το αδράχτι όμως για τον απλό λαό δηλώνουν την ειρήνη, όπου με τα σύνεργα αυτά περνούν ξέγνοιαστα οι μέρες. Οι συμβολισμοί άπειροι.

Καθένας από μας μπορεί να αποδεχθεί ή όχι τις αλληγορίες. Γεγονός είναι ότι δεν έχουμε ασχοληθεί όσο θα έπρεπε με την ιστορία και γιατί όχι με την μυθολογία μας που είναι συγκαλυμμένες αλήθειες και γνώσεις, που δεν έπρεπε να γνωρίζουν οι πολλοί, αλλά οι λίγοι. Σήμερα που οι γνώσεις μας είναι σχετικά πολλές, οι μύθοι γίνονται ευκολότερα αντιληπτοί και κατανοητοί. Χρέος μας είναι να τους ανακαλύψουμε και να κρατήσουμε βαθιά ένωση με το παρελθόν μας, που είναι οι ρίζες ενός αξιοθαύμαστου πολιτισμού που τον ζηλεύει όλος ο κόσμος και εμείς αγνοούμε τόσα γι' αυτόν.

Σε άλλη σελίδα θα δούμε την ιστορία του θρυλικού βασιλιά Πριάμου, που εξαγοράστηκε από την δουλεία, για ένα χρυσό μαντήλι.

Απαγορεύεται η αντιγραφή, ή αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή ολική ή μερική ή περιληπτική ή η απόδοση κατά παράφραση ή διασκευή του περιεχομένου των δημοσιεύσεων του ιστολογίου, με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, ή άλλο χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια της συγγραφέως, σύμφωνα με το νόμο 2121/1993 και κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, που ισχύουν στην Ελλάδα.


Creative Commons License
Αυτό το εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά προέλευσης-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Μη εισαγόμενο.

Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

Ο Ηρακλής στην Ομφάλη



Ο Εύρυτος ήταν εγγονός του θεού Απόλλωνα, που του είχε διδάξει την τέχνη του τόξου, και του είχε χαρίσει και το περίφημο θεϊκό του τόξο. Ήταν βασιλιάς της Οιχαλίας, περιοχή της Θεσσαλίας, (ή της Εύβοιας ή της Μεσσηνίας) και είχε μια κόρη την Ιόλη την οποία αγάπησε ο Ηρακλής και την ζήτησε σε γάμο. Ο Εύρυτος όμως γνώριζε το άσχημο τέλος των παιδιών της Μεγάρας - που ο Ηρακλής είχε σκοτώσει άθελα του, μετά από μια κρίση μανίας που του έστειλε η Θεά Ήρα. Προκειμένου να αποφύγει την συγγένεια μαζί του, διοργάνωσε αγώνες τοξοβολίας και υποσχέθηκε ότι όποιος κέρδιζε τον ίδιο και τους γιούς του - όλοι τους ήταν δεινοί τοξευτές - θα κέρδιζε και το χέρι της Ιόλης.


Ο Ηρακλής κατάφερε και κέρδισε στον αγώνα τον Εύρυτο, που ο ίδιος του είχε διδάξει την τοξοβολία, αλλά αρνήθηκε να τηρήσει την υπόσχεση του, διότι φοβόταν τις κρίσεις μανίας του ήρωα, που δεν ήταν και το καλύτερο προσόν ενός υποψήφιου γαμπρού.

Ο Ηρακλής έφυγε θυμωμένος και όταν αργότερα ο Αυτόλυκος έκλεψε τα κοπάδια των ίππων του Ευρύτου, εκείνος κατηγόρησε τον Ηρακλή ως κλέφτη, για λόγους εκδίκησης.
Στην κατηγορία αυτή του Ευρύτου, μόνο ο Ίφιτος ο γιός του Ευρύτου, στάθηκε στο πλευρό του Ηρακλή, ως μεσολαβητής, για να δικαιωθεί ο Ηρακλής.

Πηγαίνει λοιπόν ο Ίφιτος στην Τίρυνθα να μιλήσει με τον Ηρακλή και να βρουν μια κοινά αποδεκτή λύση, όμως η Ήρα και πάλι στέλνει την μανία και επάνω στην κρίση, ο Ηρακλής δεν σέβεται τον καλεσμένο και τον πετάει από τα κυκλώπεια τείχη της πόλης.


Η ασέβεια προς τον καλεσμένο και ο αποτρόπαιος φόνος, ήταν οι λόγοι μιας ανίατης ασθένειας που έπληξε τον Ηρακλή. Ο ήρωας ζητά να βρει άνθρωπο να τον καθάρει από τους φόνους, αλλά κανείς δεν δέχεται. Φτάνει στην Πύλο και ζητάει από τον Νηλέα και τους γιούς του βοήθεια, εκείνοι όμως δεν δέχονται να τον καθάρουν.

Τελικά τον βοηθά ο Δηίφοβος, ο γιος του Ιππόλυτου, που δέχεται να τον καθάρει, η νόσος όμως είναι ανίατη και ο Ηρακλής καταφεύγει στο μαντείο των Δελφών. Το μαντείο αρνείται να χρησμοδοτήσει για τον ήρωα και το γεγονός τον εξοργίζει. Αρπάζει τότε ο Ηρακλής τον μαντικό τρίποδα του μαντείου και φεύγει οργισμένος, φωνάζοντας ότι θα ιδρύσει δικό του μαντείο. Το γεγονός γίνεται αιτία αντιδικίας μεταξύ του Ηρακλή και του Απόλλωνα.

Η φιλονικία μεταξύ τους ήταν τόσο έντονη, που χώρισαν μόνο όταν ο Δίας πέταξε ανάμεσα τους έναν κεραυνό. Το μαντείο αναγκάστηκε να χρησμοδοτήσει και όρισε ως ποινή για τις άνομες πράξεις του, την πώληση του ως σκλάβου στην βασίλισσα των Λυδών Ομφάλη.


[Περὶ Ὀμφάλης.]

Εἴρηται περὶ <Ὀμφάλης> ὡς <Ἡρακλῆς λατρεύει>
παρ' αὐτῇ. μάταιος δὲ ὁ λόγος. ἐξὸν γὰρ κἀκείνης
καὶ τῶν ὑπαρχόντων αὐτῇ δεσπόζειν *****. ἐγένετο
οὖν τοιόνδε τι. <Ὀμφάλη> ἦν <Ἰαρδάνου> θυγάτηρ

<Λυδῶν> βασιλέως. αὕτη ἀκούσασα τὴν ἰσχὺν <Ἡρα- κλέους>, προσεποιήθη ἐρᾶν αὐτοῦ. πλησιάσας δὲ <Ἡρα- κλῆς> ἔρωτι ἑάλω αὐτῆς, γεννᾷ δὲ ἐξ αὐτῆς υἱόν·

ἡδόμενος δὲ αὐτῇ ἐποίει ὅ τι προστάττοι <Ὀμφάλη>.
οἱ δὲ εὐήθεις ὑπέλαβον <λατρεύειν> αὐτὸν αὐτῇ.

Η Ομφάλη ήταν πανέμορφη, κόρη του βασιλιά των Λυδών Ιαρδάνου. Η Λυδία ήταν η πάμπλουτη χώρα του χρυσοφόρου ποταμού Πακτωλού. Η χώρα ήταν ξακουστή για τα διάφανα υφάσματα, με τα οποία ήταν ντυμένες οι γυναίκες, τα οποία έβαφαν με σάνδυκα (το φυτό κιννάβαρι) δίνοντας τους μια ανοικτόχρωμη κόκκινη απόχρωση στο χρώμα της σάρκας.
Η Ομφάλη ντύνει τον ήρωα με τα διάφανα αυτά υφάσματα, τον υποχρεώνει να φέρεται και να κινείται σα γυναίκα και να ασχολείται με όλες τις γυναικείες εργασίες.


....καὶ χρυσοστήμονας διεργάζεσθαι χιτῶνας
(καὶ μάρτυς ὁ Πείσανδρος εἰπών· ‘Λυδοὶ χρυσοχίτωνες’),
καὶ οὐκ αὐτοὺς μόνους ἀλλὰ καὶ τοὺς καλουμένους σάνδυκας

(χιτῶνες δὲ ἦσαν ὑπ' αὐτῶν εὑρημένοι,
λινῶν μὲν οἱ διειδέστατοι, σάνδυκος δὲ χυλῷ τῆς
βοτάνης καταβάπτοντες αὐτούς·
σαρκοειδὴς δὲ ὁ χρὼς τῆς βοτάνης),
οἷς αἱ γυναῖκες τῶν Λυδῶν γυμνῷ τῷ σώματι
ἐπισκιάζουσαι οὐδὲν μὲν ἐδόκουν ἢ ἀέρα
μόνον περικεῖσθαι, κάλλει δὲ ἔξω τοῦ καλοῦ
καὶ σώφρονος ἐφείλκοντο τοὺς θεωμένους.

τοιούτῳ τὸν Ἡρακλέα χιτῶνι περιβαλοῦσα Ὀμφάλη ποτὲ
αἰσχρῶς ἐρῶντα παρεθήλυνεν· ταύτῃ καὶ Σανδὼν Ἡρακλῆς
ἀνηνέχθη, ὡς....ὁ Ῥωμαῖος φιλόσοφος
ἐν τῷ ἐπιγραφομένῳ Ἐρωτικῷ.....

Το γνέσιμο του μαλλιού με την ηλακάτη και το αδράχτι, ήταν η κυριότερη. Η Ομφάλη του αναθέτει και διάφορους άθλους, αλλά ιδιαίτερα ευχαριστιόταν να φοράει εκείνη τη λεοντή του Ηρακλή και να κρατά το ρόπαλο του, ενώ ανάγκαζε τον Ηρακλή να περιφέρεται με τα διάφανα υφάσματα και την ηλακάτη στο χέρι.



Ο Ηρακλής ο ήρωας της αρετής με την δυνατή προσωπικότητα, δέχεται υπομονετικά την καθημερινή ταπείνωση και τον εξευτελισμό. Η Ομφάλη αντιπροσωπεύει μέσα από τον πλούτο της και τις πράξεις της, τις σκοτεινές δυνάμεις του κακού. Ο Ηρακλής με την δυνατή προσωπικότητα, έπρεπε να κατανικήσει όλα τα εμπόδια που έθετε στο δρόμο της αρετής, η θεά Ήρα, και έρχεται σε άμεση σύγκρουση με το κακό. Η Ομφάλη τον σέρνει στην ακολασία, αποδυναμώνοντας τον, ντύνοντας τον με γυναικεία ρούχα, εξαναγκάζοντας τον σε γυναικείο φέρσιμο.


Του δίνει να γνέσει μαλλί, κρατώντας την ηλακάτη στο χέρι, και εκείνος στωϊκά γνέθει το νήμα της δικής δοκιμασίας, που θα τον οδηγήσει στην κάθαρση. Η πονηρία και η κακία όμως δεν θα σταθούν ικανές να πολεμήσουν το ελεύθερο και καθάριο πνεύμα του ήρωα. Η Ομφάλη ξεγυμνώνει το κορμί του που συμβολίζει την γήινη υπόσταση του ήρωα, τη δύναμη του πνεύματος του, όμως δεν μπορεί να την αποδυναμώσει. Ο Ηρακλής δεν λυγίζει, δεν επιτρέπει να καταστραφεί η τελειότητα του πνεύματος του.


Υπομονετικά δέχεται όλες τις ταπεινώσεις, την εκθήλυνση και τον διασυρμό μέσα από πράξεις που μόνο σκοπό είχαν την κάθαρση. Βαθιά μέσα του όμως το πνεύμα του έμεινε καθάριο, νικώντας τον διασυρμό, την δύστροπη και πονηρή Ομφάλη, που αποδέχτηκε την αρετή και την ανδρεία του, που αποδείχτηκε μέσα από άθλους που του ανέθεσε.

(Σύμφωνα με το Διόδωρο τον Σικελιώτη, η Ομφάλη, του ανέθεσε την αιχμαλωσία των Κερκώπων, που ήταν ληστές και προκαλούσαν μεγάλες συμφορές. Άλλους τους σκότωσε και άλλους τους αιχμαλώτισε και τους παρέδωσε δεμένους στην Ομφάλη.
Ο Συλέας (ένας από τους δύο Κέρκωπες), άρπαζε τους ξένους που περνούσαν και τους ανάγκαζε να σκάβουν τα αμπέλια του. Ο Ηρακλής τον σκότωσε χτυπώντας τον με την ίδια του την αξίνα. Τους Ίτωνες που επίσης λεηλατούσαν την χώρα της Λυδίας, τους εξόντωσε).


Στο τέλος η Ομφάλη τον ερωτεύεται και όταν τελειώνουν τα τρία χρόνια, εκείνος είναι ελεύθερος και πιο κοντά στην τελειότητα. Πριν φύγει από την Ομφάλη ο Ηρακλής αφήνει το αποτύπωμα της έλευσης του, γονιμοποιώντας την με τον σπόρο της αρετής, της χαρίζει τον καρπό του, το γιό που απέκτησε μαζί της, το Λάμο.


....ἡ δ' Ὀμφάλη ἀποδεχομένη τὴν ἀνδρείαν τὴν Ἡρακλέους,
καὶ πυθομένη τίς ἐστι καὶ τίνων, ἐθαύμασε τὴν ἀρετήν,
ἐλεύθερον δ' ἀφεῖσα καὶ συνοικήσασα αὐτῷ Λάμον ἐγέννησε.

Ο Ηρακλής μέσα από το μύθο αυτό, δηλώνει καθαρά ότι, αποδεσμεύτηκε από τα εγκόσμια, από το φθαρτό του σώμα, ξεγυμνώθηκε σωματικά, η ψυχή του όμως έμεινε άφθαρτη, ο αγώνας του ήταν μακρύς και επίπονος, αλλά εκείνος ως ήρωας, μέσα από τα εμπόδια, τις ταπεινώσεις, και τις δυσκολίες, θέλησε να πετύχει την αυτογνωσία και μέσα από αυτή προσπάθησε να φτάσει στην τελειότητα.



Diodorus Siculus Hist., Bibliotheca historica

....τελέσας γὰρ τοὺς ἄθλους τὴν μὲν ἑαυτοῦ γυναῖκα Μεγάραν συνῴκισεν Ἰολάῳ, διὰ τὴν περὶ τὰ τέκνα συμφορὰν ὑποπτευσάμενος τὴν ἐξ ἐκείνης παιδοποιίαν, ἑτέραν δ´ ἐζήτει πρὸς τέκνων γένεσιν ἀνύποπτον. διόπερ ἐμνήστευσεν Ἰόλην τὴν Εὐρύτου τοῦ δυναστεύσαντος Οἰχαλίας. ὁ δ´ Εὔρυτος διὰ τὴν ἐκ τῆς Μεγάρας γενομένην ἀτυχίαν εὐλαβηθείς, ἀπεκρίθη βουλεύσεσθαι περὶ τοῦ γάμου. ὁ δ´ ἀποτυχὼν τῆς μνηστείας διὰ τὴν ἀτιμίαν ἐξήλασε τὰς ἵππους τοῦ Εὐρύτου. Ἰφίτου δὲ τοῦ Εὐρύτου τὸ γεγονὸς ὑποπτεύσαντος καὶ παραγενομένου κατὰ ζήτησιν τῶν ἵππων εἰς Τίρυνθα, τοῦτον μὲν ἀναβιβάσας {ὁ Ἡρακλῆς} ἐπί τινα πύργον ὑψηλὸν ἐκέλευσεν ἀφορᾶν μή που νεμόμεναι τυγχάνουσιν· οὐ δυναμένου δὲ κατανοῆσαι τοῦ Ἰφίτου, φήσας αὐτὸν ψευδῶς κατῃτιᾶσθαι τὴν κλοπὴν κατεκρήμνισεν ἀπὸ τοῦ πύργου. διὰ δὲ τὸν τούτου θάνατον Ἡρακλῆς νοσήσας παρῆλθεν εἰς Πύλον πρὸς Νηλέα, καὶ παρεκάλεσεν αὐτὸν καθᾶραι τὸν φόνον. ὁ μὲν οὖν Νηλεὺς βουλευσάμενος μετὰ τῶν υἱῶν ἔλαβε πάντας πλὴν Νέστορος τοῦ νεωτάτου συγκαταινοῦντας μὴ προσδέξασθαι τὸν καθαρμόν· ὁ δ´ Ἡρακλῆς τότε μὲν παρελθὼν πρὸς Δηίφοβον τὸν Ἱππολύτου καὶ πείσας αὐτὸν ἐκαθάρθη, οὐ δυνάμενος δ´ ἀπολυθῆναι τῆς νόσου ἐπηρώτησε τὸν Ἀπόλλω περὶ τῆς θεραπείας. τούτου δὲ χρήσαντος ὅτι ῥᾷον οὕτως ἀπολυθήσεται τῆς νόσου, εἰ πραθεὶς δικαίως τὴν ἑαυτοῦ τιμὴν ἀποδοίη τοῖς Ἰφίτου παισίν, ἀναγκαζόμενος πείθεσθαι {ὑπὸ τῆς νόσου} τῷ χρησμῷ μετά τινων φίλων ἔπλευσεν εἰς τὴν Ἀσίαν. ἐκεῖ δ´ ὑπομείνας ἑκουσίως ὑπό τινος τῶν φίλων ἐπράθη, καὶ παρθένου δοῦλος ἐγένετο Ὀμφάλης τῆς Ἰαρδάνου, βασιλευούσης τῶν τότε Μαιόνων, νῦν δὲ Λυδῶν ὀνομαζομένων. καὶ τὴν μὲν τιμὴν ὁ ἀποδόμενος τὸν Ἡρακλέα τοῖς Ἰφίτου παισὶν ἀπέδωκε κατὰ τὸν χρησμόν, ὁ δ´ Ἡρακλῆς ὑγιασθεὶς καὶ δουλεύων τῇ Ὀμφάλῃ τοὺς κατὰ τὴν χώραν λῃστεύοντας ἐκόλασε. τοὺς μὲν γὰρ ὀνομαζομένους Κέρκωπας, λῃστεύοντας καὶ πολλὰ κακὰ διεργαζομένους, οὓς μὲν ἀπέκτεινεν, οὓς δὲ ζωγρήσας δεδεμένους παρέδωκε τῇ Ὀμφάλῃ· Συλέα δὲ τοὺς παριόντας ξένους συναρπάζοντα καὶ τοὺς ἀμπελῶνας σκάπτειν ἀναγκάζοντα τῷ σκαφείῳ πατάξας ἀπέκτεινεν· Ἰτώνων δὲ λεηλατούντων πολλὴν τῆς ὑπὸ Ὀμφάλῃ χώρας, τήν τε λείαν ἀφείλετο καὶ τὴν πόλιν, ἐξ ἧς ἐποιοῦντο τὴν ὁρμήν, ἐκπορθήσας ἐξηνδραποδίσατο καὶ κατέσκαψεν. ἡ δ´ Ὀμφάλη ἀποδεχομένη τὴν ἀνδρείαν τὴν Ἡρακλέους, καὶ πυθομένη τίς ἐστι καὶ τίνων, ἐθαύμασε τὴν ἀρετήν, ἐλεύθερον δ´ ἀφεῖσα καὶ συνοικήσασα αὐτῷ Λάμον ἐγέννησε. προϋπῆρχε δὲ τῷ Ἡρακλεῖ κατὰ τὸν τῆς δουλείας καιρὸν ἐκ δούλης υἱὸς Κλεόδαιος.



Απαγορεύεται η αντιγραφή, ή αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή ολική ή μερική ή περιληπτική ή η απόδοση κατά παράφραση ή διασκευή του περιεχομένου των δημοσιεύσεων του ιστολογίου, με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, ή άλλο χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια της συγγραφέως, σύμφωνα με το νόμο 2121/1993 και κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, που ισχύουν στην Ελλάδα.


Creative Commons License
Αυτη η εργασία χορηγείται μόνομε άδεια Creative Commons Αναφορά προέλευσης-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Μη εισαγόμενο.

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2009

συνέχεια του μύθου της Αράχνης

δημοσιεύτηκε η συνέχεια του μύθου

"η θεά Αθηνά και η Αράχνη"

θα τον βρείτε στις ετικέτες "μύθοι"

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

πράσινο μοχέρ



Πράσινη μπλούζα μοχέρ, με μεταλλικές ανταύγειες.
Πλεγμένη με λοξές πλεξίδες και φαρδιά μανίκια,
που και αυτά τα αγκαλιάζουν πλεξίδες,
κεντημένη στο στήθος και στα μανίκια
με πούλιες και χάνδρες.

Η λαιμουδιά τελειώνει με πλεξίδα.
Το χρώμα και το σχέδιο και πάλι στην
μόδα, θα το τιμήσουν και οι κόρες.

Μόλις το ξετρυπώσω από την ντουλάπα
θα το φορέσουν και θα βγάλουμε
πρόσφατη φωτογραφία.

ρόζ πλεκτό φορεματάκι διά χειρός ηλακάτης



Το χρονοντούλαπο της ιστορίας μου άνοιξε
και ξετρύπωσα παλιές φωτογραφίες με
δημιουργίες πλεκτών με τις βελόνες,
που έπλεξα πριν από χρόνια για τα
παιδιά μου και για παιδιά φίλων και συγγενών.

Έχω περίπου 8 χρόνια που έπαψα να
πλέκω με βελόνες, διότι δεν είχα χρόνο,
αφιέρωνα 18 ώρες την ημέρα στη δουλειά μου.
Ο οργανισμός μου όμως με εκδικήθηκε
και τώρα έβαλα μυαλό.

Προς το παρόν δεν μπορώ να πλέξω
πολύπλοκα πράγματα όπως παλιά,
αλλά κάποια στιγμή θέλω να ξεκινήσω.
Απλά αναπολώ εκείνες τις μέρες.


Τώρα όμως που ξεκίνησα αυτό το blog,
πρέπει να αρχίσω, για να εμπλουτίζω
και τις σελίδες του με υλικό "φρέσκο".

Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2009

χρυσηλάκατον Ἀμφιτρίτην




Ο Πίνδαρος ονομάζει χρυσηλάκατη την Αμφιτρίτη,
παρομοιάζοντας την με την Ελένη στην Ιλιάδα,
που κρατά χρυσή ηλακάτη.

Πινδάρου ωδές

δέσποτα ποντομέδων, εὐθὺν δὲ πλόον καμάτων
ἐκτὸς ἐόντα δίδοι, χρυσαλακάτοιο πόσις
Ἀμφιτρίτας, ἐμῶν δ' ὕμνων ἄεξ' εὐτερπὲς ἄνθος.

Eustathius Philol.,
Commentarii ad Homeri Odysseam
..............................................................
Ἀμφιτρίτη δὲ, χρυσῆν ἠλακάτην ὁμοίως τῇ Ἑλένῃ.

............................................................................
Πίνδαρος δὲ, ἐθάῤῥησε συνθέτως ἐντεῦθεν
χρυσηλάκατον Ἀμφιτρίτην εἰπεῖν,
οὐ κατὰ τὴν Ἄρτεμιν.
Ἐν δὲ τῷ περὶ τῶν δουλίδων ἐνταῦθα λόγῳ,
φασὶν οἱ παλαιοὶ ὡς ἄλλαι μὲν ἐν Ἰλιάδι
θεράπαιναι τῇ Ἑλένῃ. ἄλλαι δὲ νῦν.



Η Αμφιτρίτη σύμφωνα με την Θεογονία του Ησιόδου,
ήταν κόρη του Νηρέως και της Δωρίδας,οπότε
κατατάσσεται ως Νηρηΐδα, στο Πάνθεον,
ενώ ο Απολλόδωρος την αναφέρει ως κόρη του
Ωκεανού και της Τηθύος,
οπότε αναφέρεται ως Ωκεανίδα.
Υπήρξε σύζυγος του θεού της θάλασσας Ποσειδώνα,
προσωποποίηση της θάλασσας, του υγρού στοιχείου,
και την παρίσταναν να κρατά χρυσή ηλακάτη,
με την οποία συνέπλεκε τα νερά της θάλασσας,
σχηματίζοντας κύματα, που όταν αγρίευαν
ήταν ο φόβος και ο τρόμος των ναυτικών.



Scholia In Oppianum,
Scholia et glossae in halieutica

Ἀμφιτρίτης· θαλάσσης. Ἀμφιτρίτη κατ' ἐτυμο-
λογίαν ἡ θάλασσα....

Georgius Choeroboscus Gramm., De orthographia

<Ἀμφιτρίτη>: Διὰ τοῦ ι γράφεται κατὰ τὴν παράδοσιν·
Ἀμφιτρίτη δέ ἐστιν ἡ θάλασσα·

Etymologicum Gudianum,

[Ἀμφιτρίτη]· ἡ θάλασσα· εἴρηται παρὰ τὸ ῥέειν
εἴτε παρὰ τὸ τρεῖν· φόβον γὰρ ἐμποιεῖ τοῖς πλέουσι,
ὥς φησι Δίδυμος [p. 338, 5 Schmidt].


Αλλού η Αμφιτρίτη φέρεται να συμπλέκει όσα
συμβαίνουν στον νοητό και στο ιδεατό κόσμο.

Οι φιλόσοφοι την θέλουν να βρίσκεται στο μέσον,
ανάμεσα στον νοητό (ιδεατό) και τον αισθητό κόσμο,
όπως μαρτυρεί και το όνομα της, Αμφί-τρίτη,
μεταξύ δηλαδή του αιθέρα, και του αέρα στο μέσον
φέρεται η Αμφιτρίτη εκ των άνω προς τα κάτω.
Αλλά και από κάτω προς τα πάνω πάλι βρίσκεται
στο μέσον, άβυσσος, τάρταρα και στο μέσον
η Αμφιτρίτη, ως θάλασσα.


Scholia In Homerum,

Ἀμφιτρίτης] Ἀμφιτρίτη λέγεται ἡ θάλασσα
ὅτι τρίτη ἐστιν ἀμφοτέρωθεν,
ἐκ τοῦ ἄνω μέρους καὶ ἐκ τοῦ κάτω·
ἐκ τοῦ ἄνω μὲν ὡς πρωτεύοντος τοῦ αἰθέρος,
δευτέρου δὲ τοῦ ἀέρος, τρίτης αὐτῆς·
ἐκ τοῦ κάτω δὲ, ὡς τῆς ἀβύσσου καὶ τοῦ
ταρτάρου προκειμένων, τρίτης οὔσης αὐτῆς.




Απαγορεύεται η αντιγραφή, ή αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή ολική ή μερική ή περιληπτική ή η απόδοση κατά παράφραση ή διασκευή του περιεχομένου των δημοσιεύσεων του ιστολογίου, με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, ή άλλο χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια της συγγραφέως, σύμφωνα με το νόμο 2121/1993 και κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, που ισχύουν στην Ελλάδα.


Creative Commons License
Αυτή η εργασία χορηγείται μόνο με άδεια Creative Commons Αναφορά προέλευσης-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Μη εισαγόμενο.

χρυσηλάκατη Λητὼ


Ο Πίνδαρος στις Ωδές του ονομάζει την

Λητώ χρυσηλάκατη,

πλέκοντας εγκώμιο στην μητέρα
που γέννησε την Αρτέμιδα.


Scholia In Pindarum,

χρυσηλάκατον δὲ εἶπε τὴν Λητὼ
τὸ τῆς Ἀρτέμιδος μετενεγκὼν ἐγκώμιον
ἐπὶ τὴν μητέρα τὴν γεννήσασαν.

Ἄρτεμις χρυσηλάκατος

Ιλιάδα Ομήρου

»Ἦ τοι μὲν γὰρ ἔναντα Ποσειδάωνος ἄνακτος
Ἵστατ' Ἀπόλλων Φοῖβος, ἔχων ἰὰ πτερόεντα·
Ἄντα δ' Ἐνυαλίοιο θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη·
Ἥρῃ δ' ἀντέστη χρυσηλάκατος κελαδεινὴ
Ἄρτεμις ἰοχέαιρα, κασιγνήτη Ἑκάτοιο·
Λητοῖ δ' ἀντέστη σῶκος ἐριούνιος Ἑρμῆς·

Στο ρήγα εστέκουνταν τον Ποσειδώνα αγνάντια
τις φτερωτές σαγίτες σφίγγοντας ο Απόλλωνας ο Φοίβος•
στον Άρη αντίκρα η γαλανομάτη θεά Αθηνά• στην Ήρα
70 η Άρτεμη εστάθη η κυνηγάρισσα και χρυσοδοξαρούσα,
του μακροσαγιτάρη Απόλλωνα τρανή αδερφή σαϊτεύτρα'
αγνάντια στη Λητώ ο περίλαμπρος Ερμής, ο πρωτοκλέφτης'

μετάφραση: Νίκου Καζαντζάκη


Suda, Lexicon
<Χρυσηλάκατος:> ἡ καλλίτοξος, ἡ χρυσότοξος.

Etymologicum Gudianum,
ἡ δὲ Ἄρτεμις χρυσηλάκατος οὐκ ἀπὸ τούτου,
ἀλλ' ἀπὸ τῶν βελῶν καθ' ὁμοίωσιν ὄντων ἠλακάτῃ.


Etymologicum Magnum,
Σημαίνει καὶ τὸ βέλος· ὅθεν καὶ <χρυσηλάκατος>,
ἡ χρυσῷ βέλει χρωμένη, καλλίτοξος.


Lexica Segueriana, Collectio verborum :
<χρυσηλάκατος>: ἢ καλλίτοξος.


Hesychius Lexicogr.,
<χρυσηλάκατος>· καλλίτοξος· <ἠλακάτη> γὰρ ὁ τοξικὸς κάλαμος


Eustathius Philol., Scr. Eccl.,
ὅθεν Ἄρτεμις χρυσηλάκατος....
.............................
Χρυσηλάκατος δὲ Ἄρτεμις κἀνταῦθα ἡ χρυσότοξος,
ἠλάκατα γὰρ καὶ τὰ βέλη καὶ οὐ μόνον τὰ ἔρια.


Eustathius Philol.,
Ἀναμνηστέον δ' ἐνταῦθα, ὅτι τε ἠλάκατα οὐδετέρως
καὶ τὰ τόξα, ὅθεν χρυσηλάκατος ἡ χρυσότοξος,
καὶ ὅτι τοξεύει καὶ Ἄρτεμις ὡς καὶ Ἀπόλλων,
εἴτε μυθικῶς αὐτοὺς νοεῖ τις εἴτε καὶ
ἀλληγορικῶς ὡς σελήνην καὶ ἥλιον, καὶ
ὅτι ἠλακάτη οὐ μόνον τὸ τοῦ ἐρίου ὄργανον,
ἀλλὰ καὶ ὁ κάλαμος ἢ τὸ ξύλον τοῦ βέλους,
ὅθεν Ἄρτεμις χρυσηλάκατος.


Scholia In Homerum,
Λέγει δέ ποτε οὕτως καὶ τὸ βέλος,
ἐν τῷ συνθέτῳ ὀνόματι χρυσηλάκατος.

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009

Η ποιήτρια Ήριννα








Το όνομα Ήριννα ή Έριννα όπως
αναφέρεται από ορισμένους,
σημαίνει Άνοιξη.
[Ἠρινὸν:] ἐαρινόν,
γράφει το λεξικό της Σούδας.

Σύμφωνα με το λεξικό της Σούδας,
η Ήριννα καταγόταν από την Τέω,
ή την Τήνο ή από τη Λέσβο και
έζησε στα χρόνια της Σαπφούς.
Άλλοι υποστηρίζουν ως τόπο καταγωγής της
την Τήλο (νησί κοντά στην Κνίδο),
ενώ άλλοι πίστευαν ότι καταγόταν από τη Ρόδο.

Το λεξικό της Σούδας την θεωρεί σύγχρονη
και φίλη της Σαπφούς,
δηλαδή ποιήτρια του 6ου αιώνα,
ενώ ο Ευσέβιος της Καισάρειας στους
καταλόγους των "Χρονικών" του,
την κατατάσσει στα πρόσωπα που έζησαν την
εποχή της 107ης Ολυμπιάδος, δηλαδή το 352 π.Χ.



Erinna taken from Sappho, Simeon Solomon

Έγραψε έπη, σε αιολική και δωρική διάλεκτο.
Οι εξάμετροι στίχοι της κρίθηκαν ισάξιοι
με τους Ομηρικούς.
...................
οἱ δὲ στίχοι αὐτῆς ἐκρίθησαν ἐνάμιλλοι τοῖς Ὁμήρου.
ἀπῆλθε δὲ ἐννεακαιδεκέτις.
Δήλωσις δὲ τῶν ῥηθέντων καὶ τὸ εἰς αὐτὴν ἐπίγραμμα τοῦτο·
«Λέσβιον Ἠρίννης τόδε κηρίον, ἁδὺ τὸ μικρόν,
ἀλλ' ὅλον ἐκ Μουσέων κιρνάμενον μέλιτι. οἱ δὲ
τριηκόσιοι αὐτῆς στίχοι ἶσοι Ὁμήρῳ τῆς καὶ
παρθενικῆς ἐννεακαιδεκάτευς,...


Η ποίηση της απέκτησε μεγάλη απήχηση και φήμη,
από την αρχαιότητα μέχρι και τις μέρες μας,
κερδίζοντας το σεβασμό και την εκτίμηση,
πολλών μελετητών.

Επιγράμματα που σώθηκαν στην
Παλατινή Ανθολογία, και αποδίδονται
το ένα σε ανώνυμον, και το άλλο
στον Λεωνίδα (2ο αι.π.Χ) ή στον
Μελέαγρο (3ο αι.π.Χ), κατατάσσουν
την ποίηση της Ήριννας ισάξια της Ομηρικής.

Το ποίημα της, Ηλακάτη, δεν είναι
σίγουρο αν η ίδια ή μεταγενέστεροι
μελετητές το ονόμασαν έτσι.
Σώθηκε σε έναν πάπυρο,που χρονολογείτε
στον 2ο αιώνα μ.Χ. και βρέθηκε το 1928.
Σήμερα ο πάπυρος βρίσκεται στην
Biblioteca Medicea Laurenziana.
Διασώθηκαν μόνο 54 στίχοι του ποιήματος
και εκείνοι όχι ακέραιοι.


Sappho and Erinna in a garden at Mytilene 1864 Simeon Solomon

Στο ποίημα Ηλακάτη, η Ήριννα θρηνεί
για τον πρόωρο θάνατο της παιδικής
της φίλης Βαυκίδος.

Στους στίχους του, περιγράφει τα
παιχνίδια που έπαιζαν ως παιδιά.

Ένα αγαπημένο παιχνίδι της εποχής τους,
όπως περιγράφεται στους κατεστραμμένους
στίχους ήταν η χελώνη.

Στο ομαδικό αυτό παιχνίδι,
ένα μικρό παιδί καθόταν στη μέση
ενός νοητού κύκλου και παρίστανε
την χελώνα.
Τα άλλα παιδιά γύριζαν τρέχοντας
γύρω της και ρωτούσαν:

χελύννη-χελύννη, τι ποιείς εν τω μέσω;
χελώνα-χελώνα, τι κάνεις στη μέση;

Η χελώνα απαντούσε:
έρια μαρύομαι και κρόκην Μιλησίαν
μαλλί περιπλέκομαι και Μιλήσιο νήμα

Τα παιδιά ξαναρωτούσαν:
κι ο γιος σου τι απέγινε κι εχάθη;

Η χελώνα απαντούσε:
από τ' άσπρα του τα άλογα επήδησε
στη θάλασσα κι εχάθη.

Τότε η χελώνα πηδούσε από την μέση
του κύκλου και προσπαθούσε να πιάσει
κάποιο από τα παιδιά που έτρεχαν
τριγύρω της, το οποίο με τη σειρά
του γινόταν η χελώνα.

Η Ήριννα περιγράφει τις παιδικές φωνές,
τα παιχνίδια τους με τις κούκλες,
που συντρόφευαν τις μέρες τους,
όταν έπαιζαν παρέα.
Θυμάται τη Μορμώ, που ήταν
ο μπαμπούλας της εποχής τους,
και πόσο τη φοβόταν,
καθώς τάραζε τα αθώα χρόνια τους
και το παιχνίδι όπου παρίσταναν τις μεγάλες.

Περιγράφει και σκηνές της καθημερινότητας,
όπου το μαλλί μοιραζόταν στις δούλες
και δούλευαν τη ρόκα, και το παστό
κρέας μοιραζόταν σε όλους.

Το επιτύμβιο επίγραμμα (Α.Ρ. 7,11)
της Παλατινής Ανθολογίας που
αποδίδεται στον επιγραμματοποιό
Ασκληπιάδη τον Σάμιο (3ο π.Χ αιώνα),
μας πληροφορεί για τον πρόωρο θάνατο
της ποιήτριας στα δεκαεννέα της,
μόλις, χρόνια.

Η Ήριννα καταπιεζόταν από την αυταρχική,
όπως φαίνεται μητέρα της που την ανάγκαζε
να ασχολείται με όσα την εποχή εκείνη
θεωρούντο πρέποντα για μια κοπέλα.
Η αγάπη της Ήριννας όμως για την ποίηση
ήταν τόσο μεγάλη, που ακόμη και την ώρα
που έκλωθε το νήμα, ή ύφαινε στον αργαλειό,
το πνεύμα της ήταν χαρισμένο στη
Μούσα της ποίησης.

....ἣ καὶ ἐπ' ἠλακάτῃ μητρὸς φόβῳ καὶ ἐφ' ἱστῷ
ἑστήκει Μουσῶν λάτρις ἐφαπτομένη.


Η Ήριννα θλιμμένη για το θάνατο
της φίλης της, θρηνεί μακριά από την νεκρή,
διότι δεν επιτρεπόταν να συμμετάσχει
στην κηδεία και στο πένθος.

Ίσως το γεγονός, ότι ήταν πολύ νέα
κι ανύπαντρη, να ήταν ο λόγος της
απαγόρευσης αυτής.

Δεισιδαιμονίες τέτοιου είδους,
δεν επέτρεπαν μέχρι και
λίγα μόλις χρόνια πριν, στα
ανύπαντρα κορίτσια να
παραβρίσκονται σε κηδείες,
θρήνους και πένθος, διότι
θεωρούνταν γρουσουζιά και κακοτυχία.

Οι στίχοι ξετυλίγονται τόσο ζωντανά,
περιγράφοντας με ευαισθησία,
όσα η ποιήτρια επιθυμούσε
να πει στη χαμένη φίλη.

Μοιραζόμαστε μαζί της τις
στιγμές αυτές της απόγνωσης και
θαυμάζουμε την τρυφερότητα των στίχων της.

Αλακάτα (ποίημα Ήριννας)




ΑΛΑΚΑΤΑ(?)

τουτόθεν εἰς Ἀίδαν κενεὰ διανήχεται ἀχώ·
σιγὰ δ' ἐν νεκύεσσι, τὸ δὲ σκότος ὄσσε κατέρρει
col I huius columnae perierunt sex uersus.
1b.1
[ ].κ[ ]
[–⏔ –⏔ –⏔ –⏔ –⏑ ] ἐοίσ̣[α]ς
[–⏔ –⏔ –⏔ –⏔ –⏑ ]ε κώρας
[–⏔ –⏔ –⏔ –⏔ –⏑ ]σ̣ι νύμφαι·
1b.5
[–⏔ –⏔ –⏔ –⏔ –⏑ ] χελύνναν
[–⏔ –⏔ –⏔ –⏔ –⏑ ς]ελάννα·
[–⏔ –⏔ –⏔ –⏔ –⏑ χε]λ̣ύννα·
[–⏔ –⏔ –⏔ –⏔ –⏑ ]τ̣ε̣ λῆς[⏒]
[–⏔ –⏔ –⏔ –⏔ –⏑⏑ ]ώ̣ι̣κ̣ει·
1b.10
[–⏔ –⏔ –⏔ –⏔ –⏑ ]α φύλλοις
[–⏔ –⏔ –⏔ –⏔ –⏑ μ]α̣λάσσ̣ει·
[–⏔ –⏔ –⏔ –⏔ –⏑ σε]λ̣άνναν
[–⏔ –⏔ –⏔ –⏔ ἀμ]νίδ̣α πέξα[ι]
[–⏔ –⏔ –⏔ –⏔ ἐς βαθ]ὺ̣ κῦμα
col. II
1b.15
[λε]υκᾶν μαινομέν[οισιν ἐσάλατο π]ο̣σ̣σ̣ὶ̣ν̣ ἀφ' ἵ[π]π̣ω̣[ν]·’
’[..]λ̣ισχ̣ω’ μ̣έγ̣' ἄϋσα· φ[ ⏑ –⏔ –⏑] χ̣ελύννα
[ἁλ]λ̣ομένα μεγάλασ̣ [μαλακὸν περὶ] χορτίον αὐλᾶς.
[τα]ῦ̣τά τῠ, Βαυκὶ τάλαι[να, βαρὺ στονα]χεῖσα γόημ[ι]·
[τα]ῦτά μοι ἐν κρα[δίαι ⏔ –⏔] παίχνια κεῖται
1b.20
θέρμ' ἔτι· τῆν[α δὲ τοῖσιν ἀθ]ύ̣ρ̣ομες ἄνθρακες ἤδη,
δαγύ[δ]ων τε χ̣[ ⏑ –⏔ – ]ί̣δε̣ς ἐν θαλάμοισι
νύμ[φαι]σιν [⏔ –⏔ – ]έες· ἅ τε πὸτ ὄρθρον
μάτηρ ἀε̣[ίδοισα ⏑ –⏔ ]οισιν ἐρεί̣θο̣ις
τ̣ήνας ἦλθ[ε ⏑ –⏔ – μέ]ν̣α ἀμφ' ἁλίπαστον,
1b.25
ἇι̣ μικρᾶι στ[ ⏔ –⏔ – ]ν̣ φόβον ἄ̄γαγε Μο[ρ]μώ,
[τᾶ]σ̣ ἐν μὲν κο[ρυφᾶι μεγάλ' ὤ]ατα, ποσσὶ δὲ φοιτῆι
[τέ]τ̣ρ̣[α]σιν· ἐκ δ' [ἑτέρας ἑτέραν] μετεβάλλετ' ὀπωπάν.
ἁνίκα δ' ἐς [λ]έχος [ἀνδρὸς ἔβας, τ]ό̣κα πάν̣τ̣' ἐλέλασο,
ἅσσ' ἔτι̣ νηπιάσα̣[σα] τ[εᾶς παρὰ] ματρὸς ἄκουσας,
1b.30
[Β]αυκὶ φίλα· λάθα[ν...] ε[ (–)⏔ –] Ἀφρο[δ]ίτα.
τῷ τῠ κατακλαίοισα τα̣[ –⏔ – ].... λείπω·
ο̣ὐ̣ [γ]άρ μοι πόδες [ἐντὶ λιπῆν] ἄ̣π̣ο δῶμα βέβαλοι,
οὐ̣δ̣' ἐσιδῆν φαέε[σσι θέλω νέ]κυν, οὐδὲ γοᾶσαι
γυμναῖσιν χαίταισιν, [ἐπεὶ φο]ινίκεος αἰδώς
col. III
1b.35
δρύπτε[ι] μ' ἀμφι̣[χ]υ[θεῖσα ⏑ –⏔ –⏑⏑ –⏒]
αἰε̣[ὶ] δὲ προπάροιθ[ε ⏑ –⏔ –⏑⏑ –⏒]
ἐννεα[και]δέκατος [⏔ –⏔ – ἐνιαυτός]
Ἠρ̣ίνν̣α̣[ι τ]ε φίλᾱι π[ ⏔ –⏔ –⏑⏑ –⏒]
ἀλακάταν ἐ[ς]ορεῖ̣[σα ⏑ –⏔ –⏑⏑ –⏒]
1b.40
γνῶθ' ὅτι τοι κ[ ⏔ –⏔ –⏔ –⏑⏑ –⏒]
ἀμφ[έ]λ̣ικε̣ς γελ̣[ ⏑ –⏔ –⏔ –⏑⏑ –⏒].
ταῦτ' αἰδώς μ' [⏔ –⏔ –⏔ –⏑⏑ –⏒]
παρθε̣[ν]ίοισι̣[ ⏑ –⏔ –⏔ –⏑⏑ –⏒]
δερκομένα δ' ἐγ̣[ (⏑) –⏔ –⏔ –⏑⏑ –⏒]
1b.45
καὶ χαίταν̣ αν̣[ (⏑) –⏔ –⏔ –⏑⏑ –⏒]
πραϋλόγοι πο̣[⌊λιαί, ταὶ γήραος ἄνθεα θνατοῖς⌋]·
τῷ̣ τῠ, φίλα, φο̣[ (⏑) –⏔ –⏔ –⏑⏑ –⏒]
Βαυκί, κατακλα̣[ί –⏔ –⏔ –⏑⏑ –⏒],
ἃν φλόγα μι̣ν τ̣[ ⏔ –⏔ –⏔ –⏑⏑ –⏒]
1b.50
ὠρυγᾶς ἀΐοισα̣ ο[ (⏑) –⏔ –⏑⏑ –⏒].
ὦ πολλὰν Ὑμέν̣[αιε ⏑ –⏔ –⏑⏑ –⏒]
πολλὰ δ' ἐπιψαύ[οισα ⏑ –⏔ –⏑⏑ –⏒]
[π]ά̣νθ̣' ἑνός, ὦ Ὑμ[έναιε, ⏑ –⏔ –⏑⏑ –⏒]
αἰαῖ, Βαυκὶ τάλαιν[α, ⏑ –⏔ –⏑⏑ –⏒].




Ηλακάτη

............μες στο βαθύ το κύμα

15 απ’ τ’ άσπρα τ’ άλογα με ξέφρενα πώς πήδηξες ποδάρια!

- Καλή μου, σ’ έπιασα, σου φώναξα•
και συ χελώνα εγίνης,
κι επήρες στην αυλή μας κι έτρεχες
με πήδους μια άκρη ως άλλη.

Γι’ αυτό, Βαυκίδα, κλαίω, τρισάμοιρη,
και βαριαναστενάζω,
αυτών και τώρα στη θλιμμένη μου καρδιά
κρατώ τ’ αχνάρια

20 πάντα ζεστά, μα όσα χαρήκαμε,
χρόνια παλιά, είναι στάχτη...

Στην κάμαρά μας πώς κρατούσαμε
τις κούκλες μας ανέγνοιες,
παιδιά, και νιώθαμε σα νιόπαντρες,
και με τον όρθρο νά την η μάνα,
το μαλλί που μοίραζε στις ρογιαστές δουλεύτρες,
και το παστό το κρέας σου φώναξε
να πάρεις να μοιράσεις.

25 Θυμάσαι πόσο φοβηθήκαμε
μικρές με το Μπαμπούλα,
που περπατούσε με τα τέσσερα,
κι είχε κι αυτιά μεγάλα
στην κεφαλή, και πώς παράλλαζε
κάθε φορά την όψη;
Μα ως σε κρεβάτι αντρός ανέβηκες,
λησμονηθήκαν όλα
όσα απ' τη μάνα σου απονήρευτη
παιδούλα είχες ακούσει,

30 Βαυκίδα αγάπη μου!
Τις θύμησες σου πήρεν η Αφροδίτη!
Γι’ αυτό και κλαίω πικρά•
στο ξόδι σου δεν μπορώ νά ’ρθω ωστόσο.
δεν είναι λεύτερα τα πόδια μου
να φύγω από το σπίτι,
κι ουδέ τα μάτια μου το λείψανο
να δουν ταιριάζει, κι ούτε
ν’ αφήνω τα μαλλιά μου ξέπλεκα,
το μοιρολόι να στήσω•

35 γιατί η ντροπή με δέρνει... και κοκκινίζω...

Από τη γη του κάκου ο αντίλαλος
στον Άδη κατεβαίνει•
αμίλητοι οι νεκροί, και χάνεται
στο σκότος η φωνή μας!

(Μετ. Ι. Θ. Κακριδής)


Ηλακάτη Θεοκρίτου Ειδύλλια (XXVIII.)




Το ποίημα είναι γραμμένο σε
αιολική διάλεκτο και ο
ποιητής μιλά στην ηλακάτη (ρόκα)
ὁ δὲ λόγος πρὸς τὴν ἠλακάτην.καὶ
ἔστι τὸ ἑξῆς·
γλαυκῆς Ἀθήνης δῶρον ἠλακάτη φιλέριθε,
[δηλαδή φίλεργη ηλακάτη,
(που αγαπάς την εργασία)
δώρο της Αθηνάς στις γυναίκες.]


Το ειδύλλιο του Θεοκρίτου είναι
εμπνευσμένο από μια ηλακάτη
φτιαγμένη από ελεφαντόδοντο.
Ο ποιητής ταξίδευε με το πλοίο
προς την Μίλητο για να επισκεφθεί
τον φίλο του γιατρό Νικία, και
την ηλακάτη θα την προσέφερε ως
δώρο στη γυναίκα του Νικία,
Θευγενίδα.


Ἠλακάτη

Τοῦτο τὸ εἰδύλλιον σύγκειται εἰς ἠλακάτην ἐλεφαντίνην,
ἣν πλέων ἐπὶ Μίλητον ὁ Θεόκριτος πρὸς Νικίαν τὸν ἰατρὸν
δῶρον ἐκόμιζε τῇ τούτου γυναικὶ Θευγενίδι.




Γλαυκᾶς, ὦ φιλέριθ᾽ ἀλακάτα, δῶρον Ἀθανάας
γυναιξίν, νόος οἰκωφελίας αἷσιν ἐπάβολος,
θαρσεῦσ᾽ ἄμμιν ὑμάρτη πόλιν ἐς Νείλεω ἀγλαάν,
ὅππᾳ Κύπριδος ἱρὸν καλάμω χλωρὸν ὑπ᾽ ἀπαλῶ.
Τυίδε γὰρ πλόον εὐάνεμον αἰτήμεθα πὰρ Διός,
ὅππως ξεῖνον ἐμὸν τέρψομ᾽ ἰδών, κἀντιφιλήσομαι,
Νικίαν, Χαρίτων ἱμεροφώνων ἱερὸν φυτόν,
καὶ σέ, τὰν ἐλέφαντος πολυμόχθω γεγενημέναν,
δῶρον Νικιάας εἰς ἀλόχω χέρρας ὀπάσσομεν,
σὺν τᾷ πολλὰ μὲν ἔργ᾽ ἐκτελέσεις, ἀνδρεΐοις πέπλοις,
πολλὰ δ᾽ οἷα γυναῖκες φορέοισ᾽ ὑδάτινα βράκη.
Δὶς γὰρ ματέρες ἀρνῶν μαλακοῖς ἐν βοτάνᾳ πόκοις
πέξαιντ᾽ αὐτοενεί, Θευγενίδος γ᾽ ἕννεκ᾽ ἐϋσφύρω•
οὕτως ἀνυσιεργός, φιλέει δ᾽ ὅσσα σαόφρονες.
Οὐ γὰρ εἰς ἀκίρας οὐδ᾽ ἐς ἀέργῳ κεν ἐβολλόμαν
ὀπάσαι σὲ δόμοις, ἀμμετέρας ἔοισαν ἀπὸ χθονός.
Καὶ γάρ σοι πατρίς, ἃν ὡξ Ἐφύρας κτίσσε ποτ᾽ Ἀρχίας
νάσω Τρινακρίας μυελόν, ἀνδρῶν δοκίμων πόλιν.
Νῦν μὰν οἶκον ἔχοισ᾽ ἀνέρος, ὃς πόλλ᾽ ἐδάη σοφὰ
ἀνθρώποισι νόσοις φάρμακα λυγραῖς ἀπαλαλκέμεν,
οἰκήσεις κατὰ Μίλλατον ἐραννὰν μετ᾽ Ἰαόνων.
ὡς εὐαλάκατος Θευγενὶς ἐν δαμότισιν πέλῃ,
καί οἱ μνᾶστιν ἀεὶ τῶ φιλαοίδω παρέχῃς ξένω.
Κεῖνο γάρ τις ἐρεῖ τὦπος ἰδών σ᾽• “Ἦ μεγάλα χάρις
δώρῳ ξὺν ὀλίγῳ, πάντα δὲ τιματὰ τὰ πὰρ φίλω.”



ΕΙΔΥΛΛΙΑ XXVIII.

ΗΛΑΚΑΤΗ


Αδράχτι, που σ' εχάρισε στις γνωστικές γυναίκες
η γλαυκομμάτα η Αθηνά για νοικοκυροσύνη,
έλα μαζί μου θαρρετά στην πόλη του Νηλέως
πούνε ναός της Κύπριδος μέσ' σε χλωρά καλάμια.

Εκεί θα πάμε, κι ο θεός καλό ταξίδι ας δώση,
το φίλο το Νικία μου να 'δω και να φιλήσω,
που οί χάριτες γλυκόφωνες τον έχουν αναθρέψει,
και σένα, καλοδούλευτο κ' ελεφαντένιο αδράχτι,
εσένα στη γυναίκα του θε να σε κάνω δώρο,
να κλώθης νήματ' απαλά για των αντρών τα ρούχα
και νήματα για διάφανα φορέματα γυναίκεια.

Γιατ' οι μαννάδες των αρνιών στα πράσινα λιβάδια
κουρεύονται για χάρη της και δίνουν το μαλλί τους
πάντα το χρόνο δυό φορές• τ' είνε καλή δουλεύτρα
κι όλα αγαπάει όσ' αγαπούν οι γνωστικές γυναίκες.

Εγώ δε θα σ' εχάριζα μηδέ σε τιποτένιες
μήτ' ήθελα να σ' έβλεπα μέσ' σ' ακαμάτρας σπίτι,
γιατ' είσαι απ' την πατρίδα μου κ' έχεις εσύ πατρίδα
την πόλη εκείνη που έκτισεν ο Εφυραίος Αρχίας
πόλη μ' ανθρώπους διαλεχτούς , της Σικελίας καμάρι.

Τώρα θε νάχης σπίτι σου σοφού γιατρού το σπίτι
που ξέρει μύρια γιατρικά και διώχνει τις αρρώστιες•
αντάμα με τους Ίωνας στη Μίλητο θα μένης
έτσι για νάχη η Θεύγενη το πιο ώμορφο τ' αδράχτι
και να με φέρνη πάντοτε μέσ' την ενθύμησή της
εμένα τον τραγουδιστή και τον καλό της φίλο.

Όποιος σε 'δη στα χέρια της να λέη: Μεγάλη, αλήθεια,
μεγάλη χάρη απόκτησε με το μικρό του δώρο.
Όλα τα δώρα ατίμητα όσα χαρίζουν φίλοι.

Μετάφραση Ι. Πολέμη


Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2009

χελιδόνι-χελιδόνα-Φιλομήλα...πορφυρά γράμματα λευκοίς ενέστιξε νήμασι του άγους ένδειξιν

....ο μύθος της Πρόκνης και της Φιλομήλας


Η Φιλομήλα ειδοποίησε την αδελφή της Πρόκνη, για τα αίσχη που έπραξε ο άνδρας της Τηρέας, υφαίνοντας σημάδια στον πέπλο της.

ὑφαίνει γὰρ πέπλον ἄγγελον καὶ τὸ δρᾶμα
πλέκει ταῖς κρόκαις, καὶ μιμεῖται τὴν γλῶτταν ἡ χείρ, καὶ Πρόκνης
τοῖς ὀφθαλμοῖς τὰ τῶν ὤτων μηνύει καὶ πρὸς αὐτὴν ἃ πέπονθε τῇ
κερκίδι λαλεῖ.

Ας δούμε όμως το μύθο από την αρχή.

Ο Πανδίονας ο Α΄, βασιλιάς των Αθηνών είχε δυό κόρες, την Πρόκνη και την Φιλομήλα,
καθώς και δύο γιους τον Ερεχθέα, που αργότερα έγινε βασιλιάς των Αθηνών
και τον Βούτη που ήταν δίδυμος με τον Ερεχθέα.
Ο Τηρέας, βασιλιάς της Θράκης, ήταν γιο του θεού Άρη και σύμφωνα με έναν μύθο κατείχε την Δαυλιά της Φωκίδας, ενώ άλλοι μυθογράφοι τον αναφέρουν ως βασιλιά των Πηγών Μεγαρίδας.

Thucydides Hist., Historiae

Τηρεῖ δὲ τῷ Πρόκνην τὴν Πανδίονος ἀπ' Ἀθηνῶν σχόντι γυναῖκα
προσήκει ὁ Τήρης οὗτος οὐδέν, οὐδὲ τῆς αὐτῆς Θρᾴκης ἐγένοντο, ἀλλ' ὁ μὲν ἐν Δαυλίᾳ τῆς Φωκίδος νῦν καλουμένης γῆς [ὁ Τηρεὺς] ᾤκει, τότε ὑπὸ Θρᾳκῶν οἰκουμένης, καὶ τὸ
ἔργον τὸ περὶ τὸν Ἴτυν αἱ γυναῖκες ἐν τῇ γῇ ταύτῃ ἔπραξαν
(πολλοῖς δὲ καὶ τῶν ποιητῶν ἐν ἀηδόνος μνήμῃ Δαυλιὰς ἡ
ὄρνις ἐπωνόμασται),
εἰκός τε καὶ τὸ κῆδος Πανδίονα ξυνάψασθαι τῆς θυγατρὸς διὰ τοσούτου ἐπ' ὠφελίᾳ τῇ πρὸς ἀλλήλους μᾶλλον ἢ διὰ πολλῶν ἡμερῶν ἐς Ὀδρύσας ὁδοῦ.

Ο Πανδίονας επειδή είχε τεράστια υποχρέωση στον Τηρέα, διότι σε δύσκολες στιγμές τον είχε βοηθήσει σε πόλεμο με γειτονικές περιοχές, του έδωσε την Πρόκνη για σύζυγο.

Ο Τηρέας παντρεύτηκε την Πρόκνη και απέκτησαν μαζί ένα γιο τον Ίτυ.

Η Πρόκνη ζούσε μαζί του για χρόνια, και όταν κάποτε επιθύμησε να δει την αδελφή της Φιλομήλα, ο Τηρέας ανέλαβε να πάει ο ίδιος να την φέρει. Πάντοτε θαύμαζε την ομορφιά και την υπέροχη φωνή της Φιλομήλας και βρήκε την ευκαιρία να την πλησιάσει, με υποχθόνιο σκοπό.

Ο Τηρέας την ποθούσε και κάπου στην ερημιά την βίασε και της έκοψε την γλώσσα, για να μην εξιστορήσει σε κανέναν τα ειδεχθή του εγκλήματα.

Μετ' ὀλίγον δὲ χρόνον ἦλθεν εἰς Τηρέα ἐπισκέ-
ψασθαι τὴν ἀδελφὴν Φιλομήλα· καὶ τῆς Πρόκνης πάλιν μετα-
πεμψαμένης αὐτὴν, καταπιστεύεται αὐτὴν ἀπειρόγαμον οὖσαν
ὁ Τηρεὺς, καὶ δραξάμενος ἐρημίας μεταξὺ τῆς ὁδοῦ, τοῦ
τρόπου τοῦ οἰκείου τετόλμηκεν ἄξιον· τὴν γὰρ τῆς γυναικὸς
ἀδελφὴν Φιλομήλαν ποθήσας, οὐ μόνον ἀποπαρθενεύει, ἀλλὰ
πρὸς τούτοις ἀφαιρεῖ αὐτῆς καὶ τὴν γλῶσσαν, ἵνα μὴ τῇ ἀδελφῇ ἐξείπῃ τὸ γεγονός.

Ο Τηρέας φυλάκισε την Φιλομήλα σε πύργο κάπου στην εξοχή και μήνυσε στον πεθερό του Πανδίονα, ότι η Φιλομήλα πέθανε και την έθαψε με όλες τις τιμές που της άρμοζαν και
συνέχισε την ζωή του με την Πρόκνη, που έκλαψε πικρά για το θάνατο της αδελφής της.

Ήρθε όμως καιρός που γιόρταζαν στη Θράκη τον Βάκχο και η υπήρχε έθιμο να στέλνουν όλοι δώρα στη βασίλισσα. Η φυλακισμένη Φιλομήλα, βρήκε τότε την ευκαιρία να ειδοποιήσει την αδελφή της, στέλνοντας της ένα δώρο.

Ύφανε έναν λευκό πέπλο και με κόκκινα σημάδια (γράμματα), μήνυσε στην αδελφή της ότι βρίσκεται ανάμεσα στους δούλους, και όλα όσα κακά της προξένησε ο Τηρέας.

ἡ δὲ ὑφήνασα ἐν πέπλῳ γράμματα διὰ τούτων ἐμήνυσε Πρόκνῃ τὰς ἰδίας συμφοράς.

( ἄλλως μὲν οὖν οὐκ ἦν μηνύσαι τῇ Πρόκνῃ τὸ τολμηθέν, τῆς ἑορτῆς δὲ ἐπελθούσης ἐν ᾗ τῇ βασιλίδι τὰς Θρᾴττας δῶρα πέμπειν νόμος ἦν πέμπει πέπλον ἡ Φιλομήλα γράμματα ἐνυφήνασα).

Όταν η Πρόκνη διάβασε το μήνυμα, έψαξε και βρήκε την αδελφή της και οι δυό αδελφές μαζί οργάνωσαν σχέδιο, για να εκδικηθούν τον Τηρέα.
Η Πρόκνη θολωμένη από όσα ξαφνικά έμαθε, δολοφόνησε το παιδί που απέκτησε με τον Τηρέα και αφού το τεμάχισε το μαγείρεψε και το παρέθεσε ως δείπνο στον αδίστακτο Τηρέα.
(καὶ μαθοῦσα τὸ πάθος ἡ Πρόκνη τὸν παῖδα τροφὴν τῷ πατρὶ παρατίθησιν)....

Μαθοῦσα τοίνυν ἡ Πρόκνη τὰ συμβάντα τῇ Φιλομήλᾳ, Ἴτυν ἀπέκτεινεν, ὃν
εἶχε παῖδα ἐκ Τηρέως, καὶ αὐτῷ παρατίθησι τὰ τοῦ παιδὸς μέλη εἰς βρῶσιν.

Ο Τηρέας αφού έφαγε, κατάλαβε τι συνέβη, όταν η Πρόκνη του έδειξε τα μέλη του παιδιού τους. Οι δυό αδελφές έφυγαν βιαστικά από το παλάτι, για να γλυτώσουν και ο Τηρέας έτρεξε και τις κυνήγησε.

Εκεί που έτρεχαν όμως οι αδελφές τις λυπήθηκαν οι θεοί και τις μεταμόρφωσαν σε πουλιά
(θεοὶ δὲ τῆς συμφορᾶς τοῦ παιδὸς οἰκτείροντες ἀμφοτέρους εἰς ὀρνίθων μεταβεβλήκασι φύσεις).

Η Φιλομήλα μεταμορφώθηκε σε χελιδόνι, γι'αυτό και έχει βραχιά, τραχιά και κακόηχη φωνή το χελιδόνι, διότι της έλειπε η γλώσσα.
Συνεχώς πετά γύρω γύρω, από φόβο για τον Τηρέα φωνάζοντας ο Τηρέας με βίασε.

Η Πρόκνη μεταμορφώθηκε σε αηδόνι, διότι θρηνούσε για το μικρό παιδί της και τον φώναζε συνεχώς ίτυ-ίτυ. Η Πρόκνη λέγεται και μελοποιός αηδών, διότι τεμάχισε τον Ίτυ και από λύπη θρηνεί το χαμό του μεταμορφωμένη σε πουλί, συνεχώς μοιρολογεί ίτυ-ίτυ.

Scholia In Euripidem,
γράφεται καὶ (θρηνεῖ) καὶ ἔξωθεν λαμβάνεται ἡ ἐπί καὶ τὸ ὡς·
ὡς ἐπὶ τοῦ Σιμόεντος ἑζομένη θρηνεῖ τὰς φονίας κοίτας ἡ ἀηδών:
(μελοποιὸς ἀηδών): λέγεται γὰρ ἡ Πρόκνη μετὰ τὸ κρεανομῆσαι Ἴτυν τὸν υἱὸν διὰ τὴν λύπην μεταβληθῆναι εἰς ὄρνιν· καὶ ἡ μὲν Πρόκνη εἰς ἀηδόνα μετεβλήθη ὡς καὶ ἡ Φιλομήλα εἰς χελιδόνα:

Scholia In Hesiodum,
(Καὶ Πρόκνη μὲν ἡ ἀηδὼν γεγονυῖα τὸν Ἴτυν ὀδύρεται· Φιλομήλα δὲ χελιδών, Τηρεὺς φησί με ἐβιάσατο).

Scholia In Hesiodum,
(ὀρθο- γόη) δὲ ἡ χελιδὼν διὰ τὸν μῦθον, ὥς φασιν οἱ παλαιοὶ
αὐτὴν διὰ τὴν λύπην ᾄδειν τὴν Φιλομήλαν οὖσαν Ἀττικήν.

Όμως και ο Τηρέας μεταμορφώθηκε σε έποπα (τσαλαπετεινό). Συνεχώς πετάει κυκλικά ρωτώντας που; που; ψάχνοντας να βρει τις δύο αδελφές.
(καὶ ἐν τῇ διώξει μετεβλήθησαν εἰς ὄρνις αἵ τε γυναῖκες καὶ ὁ Τηρεύς, χελιδόνα μὲν ἡ Φιλομήλα, ἀηδόνα δὲ ἡ Πρόκνη, λέγεται δὲ καὶ ὁ τοῦ παιδὸς γευσάμενος ἔποψ γενέσθαι).

Ο Τηρέας πήρε αυτό το όνομα, διότι έφαγε ως προσφάγι το παιδί του.
εποψάομαι=τρώω ως προσφάι

Scholia In Aristophanem,
ὁ δὲ γνοὺς, ἐδίωκεν αὐτὰς ξίφει ποῦ ποῦ φθεγγόμενος. Φιλομήλα μὲν δὴ Τηρεὺς ἦν
βοῶσα τῷ φόβῳ, Πρόκνη δὲ τὸν Ἴτυν θρηνοῦσα Ἴτυ Ἴτυ ἐλεεινῶς ἐφθέγγετο.


Ο Ευστάθιος, στα σχόλια του στην Οδύσσεια περιγράφει το μύθο διαφορετικά.
Ο Τηρέας, νυμφεύτηκε την Φιλομήλα και αργότερα βίασε την όμορφη αδελφή της Πρόκνη και έκοψε την γλώσσα της. Η Πρόκνη ύφανε τον πέπλο και περιέγραψε τα ανομήματα του Τηρέα. Η Πρόκνη για να εκδικηθεί τον Τηρέα δολοφόνησε το παιδί, το διαμέλησε, το μαγείρεψε και το παρέθεσε ως δείπνο στον Τηρέα. Μόλις ο Τηρέας τελείωσε το φαγητό του, η Πρόκνη του έδειξε τα μέλη του παιδιού του και εκείνος κυνήγησε τις δύο γυναίκες. Όλοι μεταμορφώθηκαν σε πουλιά.

Eustathius Commentarii ad Homeri Odysseam

καὶ διώκει τὰς ἀδελφὰς, τῷ παιδὶ συγκαταθύσων αὐτάς. αἱ δὲ φεύγουσι, καὶ τοὺς κρείττονας αἰτησάμεναι πτερύσσονται εἰς χελιδόνα μὲν ἡ Φιλομήλα, Πρόκνη δὲ εἰς ἀηδόνα. διὸ τραχύφωνος μέν ἐστιν ἡ χελιδὼν καὶ ἀηδὴς τὸ μέλος οἷα κολουσθεῖσα τῆς γλώττης, καὶ συχνὰ τὸν Τηρέα ὑποτραυλίζουσα κατὰ στόμα προφέρει, ἀηδὼν δὲ τὸν Ἴτυν τοῦ μέλους προβάλλεται. Τηρεὺς δὲ εἰς ἔποπα μορφωθεὶς ποῦ ἄρα εἰσὶν ἀναφωνεῖ συχνά. καὶ οὕτω μὲν οἱ τοιοῦτοι φασί. τοῖς δὲ περὶ τὸν ποιητὴν ἑτεροῖα δοκεῖ.

Ο Υγίνος αναφέρει στους μύθους του, ότι ο Τηρέας μεταμορφώθηκε σε γεράκι.

Οι κάτοικοι της Φωκίδος έλεγαν ότι τα χελιδόνια δεν φώλιαζαν πια στη Δαυλία και τα αηδόνια δεν κελαηδούσαν στην περιοχή, από φόβο στον Τηρέα.


Πολυδιάστατος ο μύθος της Πρόκνης και της Φιλομήλας.
Στο μύθο ενυπάρχουν στοιχεία που δηλώνουν μετανάστευση και κατακτήσεις.
Αυταρχικότητα και αλαζονεία του μονάρχη, θεία Δίκη, που μέσα από το φρικτό θάνατο του μικρού αθώου παιδιού, φανερώνει ότι οι υβριστικές πράξεις μας τιμωρούνται, καθώς όσα δημιουργούμε και τα θεωρούμε δικά μας, εύκολα καταστρέφονται και συχνά το τίμημα είναι ιδιαίτερα οδυνηρό.
Μέσα από μύθους που υποτίθεται ότι προσπαθούν να εξηγήσουν την ύπαρξη του φυτικού ή του ζωϊκού βασιλείου, διασώθηκαν για χιλιετίες, αξίες διαχρονικές που αν και εμείς τις διασώσουμε, θα μπορέσουν να διδαχθούν από αυτές και άλλες γενιές. Αρκεί να μπορέσουμε να τις διαδώσουμε, χωρίς ενδοιασμούς και με τα μυαλά και την καρδιά ανοικτά. Ο καθένας μπορεί να κάνει την δική του απομυθοποίηση και να είναι σίγουρος, ότι δεν θα πέσει έξω, ότι και αν σκεφτεί. Άλλωστε ότι καλύτερο μπορούν να κάνουν οι ΈΛΛΗΝΕΣ είναι να ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΝ, όπως δήλωσαν και οι Αιγύπτιοι ιερείς στο Σόλωνα.

Τα μύθια πάντα κρύβουν αλήθεια.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Thucydides Hist., Historiae Β 29'
  • Demosthenes Orat., Epitaphius Section 28, line 6
  • (Pseudo-Apollodorus Myth., Bibliotheca)
  • Απολλόδωρος Γ
  • Στράβων Θ 3, 13
  • (Pausanias Perieg., Graeciae descriptio)
  • Libanius Rhet., Soph., Progymnasmata
  • Νόννος Διονυσιακά
  • Eustathius Commentarii ad Homeri Odysseam
  • Zenobius Sophista (Paroemiogr.), Epitome collectionum
  • Scholia In Aristophanem
  • Achilles Tatius Scr. Erot.,
  • Anthologia Graeca,
  • Οβίδιος Μεταμορφώσεις VI
  • Υγίνου Μύθοι (45)
  • Scholia In Hesiodum, Scholia in opera et dies
  • (scholia vetera partim Procli et recentiora partim Moschopuli, Tzetzae et Joannis Galeni)



Απαγορεύεται η αντιγραφή, ή αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή ολική ή μερική ή περιληπτική ή η απόδοση κατά παράφραση ή διασκευή του περιεχομένου των δημοσιεύσεων του ιστολογίου, με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, ή άλλο χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια της συγγραφέως, σύμφωνα με το νόμο 2121/1993 και κανόνες του Διεθνούς Δικαίου, που ισχύουν στην Ελλάδα.


Creative Commons License
Creative Commons Αναφορά προέλευσης-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 3.0 Μη εισαγόμενο.

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009

Η φιλόσοφος Ιππαρχία που δεν αφιέρωνε τον χρόνο της στην υφαντική αλλά στην παιδεία



Η Ιππαρχία γεννήθηκε το 328π.χ ή το 325π.Χ
στη Μαρώνεια της Θράκης και ήταν γόνος
πλούσιας οικογένειας. Ήταν αδελφή του
κυνικού φιλοσόφου Μητροκλέους και υπήρξε
και η ίδια μαθήτρια της κυνικής σχολής
της Θήβας, στην οποία δίδασκε ο Κράτης και ο
ο αδελφός της Μητροκλής τον 4ο π.Χ αιώνα.

Υπήρξε η πρώτη γυναίκα μαθήτρια κυνικής σχολής.
Ερωτεύτηκε τρελά τον φίλο του αδελφού της,
επίσης κυνικό φιλόσοφο, τον Κράτη,
και θαύμαζε τον τρόπο ζωής του,
που περιοριζόταν στα απολύτως απαραίτητα,
απαλλαγμένος από τις ανάγκες.

Ζούσε σκληραγωγημένος, πάμπτωχος, αν και
καταγόταν από πλούσια και αριστοκρατική οικογένεια
αντισυμβατικός, και σεξουαλικά απελευθερωμένος,
που για τα ήθη της εποχής του, θεωρούνταν προκλητικός.

Μάταια οι γονείς της προσπαθούσαν να την
πείσουν να διαλέξει για σύζυγο, κάποιον
από τους πλούσιους αριστοκράτες που την
πολιορκούσαν. Η Ιππαρχία απειλούσε πως
θα αυτοκτονούσε αν δεν της επέτρεπαν
να τον παντρευτεί.

Οι γονείς της απεγνωσμένοι από την συμπεριφορά
της κόρης τους, ζήτησαν από τον ίδιο τον Κράτη
να την πείσει πως δεν ήταν κατάλληλος σύζυγος γι' αυτήν.

Ο φιλόσοφος Κράτης χρησιμοποίησε ένα ασυνήθιστο
επιχείρημα για να την πείσει.
Σηκώθηκε όρθιος μπροστά της, έβγαλε
όλα του τα ρούχα και της είπε:

"ὁ μὲν νυμφίος οὗτος, ἵ δὲ κτῆσις αὕτη,
πρὸς ταῦτα βουλεύου· οὐδὲ γὰρ ἔσεσθαι
κοινωνός, εἰ μὴ καὶ τῶν αὐτῶν
ἐπιτηδευμάτων γενηθείης."

"αυτός είναι ο γαμπρός και αυτή η περιουσία του.
Αποφάσισε μετά από σκέψη, γι' αυτά.
Διότι δεν θα είσαι σύντροφος, αν δεν
αποδεχθείς και τις συνήθειες μου".

Η Ιππαρχία ήταν τόσο ερωτευμένη με το
ελεύθερο πνεύμα αυτού του φιλοσόφου,
που ούτε ο τρόπος ζωής του την ένοιαζε,
ούτε η ασχήμια, ούτε και η καμπούρα του,
όπως σημειώνει ο Διογένης Λαέρτιος.
Δέχτηκε να μοιραστεί μαζί του τη ζωή της.
Ντύθηκε ανδρικά ρούχα, όμοια με του Κράτη,
ζούσαν όπου έβρισκαν ακόμη και μέσα σε πυθάρια,
όπως ο Διογένης, (Simplicius Phil.,)

[(Κράτητι μὲν ὁ πίθος ἤρκεσεν εἰς οἴκησιν,
καὶ γαμετὴν ἔχοντι τὴν καλὴν Ἱππαρχίαν]

και συνουσιαζόταν μαζί του ελεύθερα στο δρόμο,
ακολουθώντας έναν ιδιαίτερα πρωτοποριακό τρόπο ζωής,
ακόμη και για τα σημερινά δεδομένα.
Μαζί απέκτησαν και ένα γιο που τον ονόμασαν
Πασικλέα και ίσως και ένα κορίτσι.

Ο ίδιος ο Κράτης ονόμασε το γάμο τους κυνογάμια,
αφού δημοσίως συνουσιαζόταν μαζί της και τέλεσε
τα κυνογάμια στην Ποικίλη στοά.

(γήμας δὲ Ἱππαρχίαν τὴν Μαρωνεῖτιν κυνογαμίαν τὸν γάμον ἐκάλεσε).


Ας δούμε όμως τι γράφει το λεξικό της Σούδας
για τον Κράτη και το γάμο του με την Ιππαρχία
και όσα προκλητικά έπραξε.

Suda, Lexicon

<Κράτης,> Ἀσκώνδου, Θηβαῖος, φιλόσοφος Κυνικός, μαθητὴς
Διογένους καὶ Βρύσωνος τοῦ Ἀχαιοῦ· ὃς ἐξαργυρίσας τὴν οὐσίαν
δέδωκε τὰ ἀργύρια τραπεζίτῃ εἰπών, εἰ οἱ παῖδες αὐτῷ φιλοσοφή-
σουσι, τῷ δήμῳ δοῦναι, εἰ δὲ μή, τοῖς παισὶν αὐτοῖς. γήμας δὲ
Ἱππαρχίαν τὴν Μαρωνεῖτιν κυνογαμίαν τὸν γάμον ἐκάλεσε. παῖδα
δὲ ἔσχεν ἐξ αὐτῆς Πασικλέα. ἦν δὲ ἐπὶ τῆς ριγʹ Ὀλυμπιάδος.
ἐπεκλήθη δὲ Θυρεπανοίκτης διὰ τὸ ἀδεῶς ἐπεισιέναι εἰς παντός,
οὗπερ ἠβούλετο, οἶκον. οὗτος καταλιπὼν τὴν οὐσίαν μηλόβοτον,
ἀρθεὶς ἐπὶ τοῦ βωμοῦ εἶπεν· ἐλευθεροῖ Κράτητα Θηβαῖον Κράτης.
ἔγραψε φιλόσοφα. ὅτι Κράτης εἶπεν· ἔρωτα παύει λιμός· εἰ δὲ
μή, χρόνος· ἂν δὲ μηδὲ τούτῳ δύνασαι, βρόχος. οὗτος κατεπόντωσε
τὴν οὐσίαν, ὡς λέγει Φιλόστρατος ὁ Λήμνιος ἐν τῷ βίῳ Ἀπολλωνίου
τοῦ Τυανέως. καὶ ζήτει ἐν τῷ Ἀναξαγόρας.


Theodoretus Scr. Eccl., Theol.,

Οὗτος εἰώθει λέγειν, τῆς εἰς τὰ ἀφροδίσια ὁρμῆς
κατάπλασμα λιμὸν εἶναι, εἰ δὲ μή, βρόχον.
Ἀλλὰ τοῦ πάθους ἐπαναστάντος,
Ἱππαρχίαν τὴν Μαρωνεῖτιν δημοσίᾳ ἔγημε
καὶ τὰ κυνογάμια ἐν τῇ Ποικίλῃ ἐτέλεσεν,
ἐρρῶσθαι πολλὰ φράσας τῇ ὑψηγορίᾳ τῶν λόγων.


Σε κάποιο συμπόσιο που παρέθεσε ο βασιλιάς
της Θράκης Λυσίμαχος, ο Θεόδωρος έκανε μια
ιδιαίτερα αισχρή χειρονομία για να την ταπεινώσει.
Τράβηξε το ρούχο της, ώστε να την ξεγυμνώσει.
Η Ιππαρχία έμεινε ατάραχη, αλλά ο Θεόδωρος δεν
σταμάτησε εκεί, και είπε:

"αὕτη ἐστὶν ἵ τὰς παρ' ἱστοῖς ἐκλιποῦσα κερκίδας;"

"αυτή είναι που παράτησε τις σαΐτες και τον αργαλειό;"

"ἐγώ," φησίν, "εἰμί, Θεόδωρε· ἀλλὰ μὴ κακῶς σοι
δοκῶ βεβουλεῦσθαι περὶ αὑτῆς, εἰ, τὸν χρόνον ὃν
ἔμελλον ἱστοῖς προσαναλώσειν,
τοῦτον εἰς παιδείαν κατεχρησάμην;"

"εγώ είμαι είπε Θεόδωρε, αλλά μήπως νομίζεις
ότι κακώς έπραξα, που δεν δαπάνησα τον χρόνο
μου στον αργαλειό αλλά τον χρησιμοποίησα
για την παιδεία;"

Ας δούμε όμως ποιός ήταν ο Θεόδωρος
σύμφωνα με το λεξικό της Σούδας:

Suda, Lexicon

<Θεόδωρος,> ὁ ἐπίκλην Ἄθεος, ὃς ἠκροάσατο Ζήνωνος τοῦ
Κιτιέως, διήκουσε δὲ καὶ Βρύσωνος καὶ Πύρρωνος τοῦ Ἐφεκτικοῦ.
ἀδιαφορίαν δοξάζων καὶ παραδιδοὺς αἵρεσιν ἰδίαν εὗρεν, ἥτις Θεο-
δώρειος ἐκλήθη. οὗτος ἔγραψε πολλὰ συντείνοντα εἰς τὴν οἰκείαν
theta.150.5
αἵρεσιν, καὶ ἄλλα τινα. οὗτος εἶπε πρὸς Ἱππαρχίαν, τὴν γυναῖκα
Κράτητος· αὕτη ἐστὶν ἡ τὰς πρὸς ἱστοὺς ἐκλιποῦσα κερκίδας καὶ τρί-
βωνα φοροῦσα.

Σε βιβλία του Κράτητος αναφέρεται ότι
η Ιππαρχία ήταν άριστη φιλόσοφος,
γράφοντας τραγωδίες με υψηλότατο φιλοσοφικό
χαρακτήρα, που δήλωναν και τον ελεύθερο τρόπο
σκέψης και ζωής της.
Πέθανε σε βαθιά γεράματα και τάφηκε στην Βοιωτία.


Ορισμένα αποσπάσματα που αναφέρονται
σε όσα είπε η Ιππαρχία:

Ἱππαρχίᾳ.

28.1.1
Αἱ γυναῖκες ἀνδρῶν οὐκ ἔφυσαν χείρους. Ἀμαζόνες
γοῦν αἱ τοσαῦτα ἔργα ἀσκήσασαι ἐν οὐδενὶ ἀνδρῶν
ἐμειονέκτησαν. ὥστε εἰ μέμνησαι τούτων, μὴ ἀπολιποῦ
τούτων· οὐ γὰρ ἂν πείσειας ἡμᾶς, ὡς παρ' ἑαυτῇ θρύπτει.
28.1.5
αἰσχρὸν δὲ ὡς ἐπὶ τούτῳ συγκυνίζειν καὶ ἐν πύλαις
εὐδοκιμήσασαν τῷ γαμέτῃ καὶ τῷ πλούτῳ νῦν μετα-
νοεῖν καὶ ἐκ μέσης τῆς ὁδοῦ ἀναστρέφειν.
Τῇ αὐτῇ.

29.1.1
Οὐκ ἀπὸ τοῦ ἀδιαφορεῖν περὶ πάντα κυνικὴν τὴν φι-
λοσοφίαν ἡμῶν ἐκάλεσαν ἀλλ' ἀπὸ τοῦ σφοδρῶς ὑπο-
μένειν τὰ ἄλλοις διὰ μαλακίαν ἢ δόξαν ἀνυπομόνητα,
ὥστε διὰ τοῦτο καὶ οὐ διὰ τὰ πρῶτα κεκλήκασι κύνας
29.1.5
ἡμᾶς. μένε οὖν καὶ συγκύνιζε (οὐ γὰρ ἔφυς χείρων
Epistle 29, section 1, line 6
ἡμῶν· οὐδὲ γὰρ αἱ κύνες τῶν κυνῶν), ἵνα σοι γένηται
καὶ ἀπὸ τῆς φύσεως ἐλευθερωθῆναι, ὥστε ἀπὸ τοῦ
νόμου ἢ διὰ κακίαν πάντες δουλεύουσιν.
Τῇ αὐτῇ.

30.1.1
Ἔπεμψά σοι τὴν ἐξωμίδα, ἣν ὑφηναμένη μοι
ἔπεμψας, ὅτι ἀπαγορεύεται τοῖς καρτερίᾳ χρωμένοις
τοιαῦτα ἀμπέχεσθαι, καὶ ἵνα σε τούτου τοῦ ἔργου
ἀποπαύσαιμι, εἰς ὃ πολλῇ σπουδῇ ἐξῆλθες, ἵνα τις
30.1.5
δόξῃς φίλανδρος τοῖς πολλοῖς εἶναι. ἐγὼ δὲ εἰ μὲν διὰ
ταῦτά σε ἠγόμην, εὖ γε ποιεῖς καὶ αὐτὴ διὰ τούτων
ἐπιδεικνυμένη μοι· εἰ δὲ διὰ φιλοσοφίαν, ἧς καὶ αὐτὴ
ὠρέχθης, τὰ τοιαῦτα σπουδάσματα ἔα χαίρειν, πειρῶ
δὲ εἰς τὰ κρείττω τῶν ἀνθρώπων τὸν βίον ὠφελεῖν.
30.1.10
ταῦτα γὰρ ἔμαθες καὶ παρ' ἐμοὶ καὶ παρὰ Διογένει.
Τῇ αὐτῇ.

31.1.1
Λόγος ψυχῆς ἡγεμὼν καλὸν ἔργον καὶ μέγιστον ἀγα-
θὸν ἀνθρώποις. ζήτει οὖν, ὅτῳ τρόπῳ κτήσῃ τοῦτον·
ἀνθέξῃ γὰρ εὐδαίμονος βίου καὶ κτήματος. ζήτει δὲ
ἄνδρας σοφούς, κἂν δέῃ ἐπ' ἔσχατα γῆς ἀφικνεῖσθαι.
Τῇ αὐτῇ.

32.1.1
Ἧκόν τινες παρὰ σοῦ κομίζοντες ἐξωμίδα καινήν,
ἣν ἔφασκον ποιῆσαί σε, ἵνα ἔχοιμι ἐς τὰ χειμάδια.
ἐγὼ δὲ ὅτι μέν σοι μέλω, ἀπεδεξάμην σε, ὅτι δὲ ἔτι
ἰδιωτεύεις καὶ οὐ φιλοσοφεῖς, εἰς ὅ σε προυτρεψάμην,
32.1.5
μέμφομαι. ἔτι οὖν καὶ νῦν ἐπάνηκε, εἴ σοι ὄντως
μέλει καὶ οὐ καλλωπίζῃ ἐπὶ τούτῳ, καὶ σπούδαζε δι'
ἃ ἐπεθύμησας ἡμῖν συνελθεῖν πρὸς γάμον ταῦτα πράτ-
τειν, ταλασίας δὲ τὰς μικρὰς ὠφελείας ἔα ποιεῖν ταῖς
ἄλλαις γυναιξίν, αἳ μηδενὸς τῶν αὐτῶν σοι ὠρέχθησαν.
Τῇ αὐτῇ.
Epistle 33, section 1, line 1
Ἐπυθόμην σε ἀποτεκεῖν καὶ εὐμαρῶς· σὺ μὲν γὰρ
οὐδὲν ἡμῖν ἐδήλωσας. χάρις δὲ θεῷ καὶ σοί. πέ-
πεισαι ἄρα ὅτι τὸ πονεῖν αἴτιόν ἐστι τοῦ μὴ πονεῖν·
οὐδὲ γὰρ ἂν ὧδέ γ' εὐμαρῶς ἀπέτεκες, εἰ μὴ κύουσα
33.1.5
ἐπόνεις ὥσπερ οἱ ἀγωνισταί. ἀλλ' αἱ πολλαὶ γυναῖ-
κες, ἐπειδὰν κύωσι, θρύπτονται· ἐπειδὰν δὲ ἀποτέκω-
σιν, αἷς δ' ἂν συμβῇ περισωθῆναι, νοσερὰ τὰ βρέφη
γεννῶνται. ἀλλ' ἐπιδείξασα, εἰ ὅπερ ἐχρῆν ἥκειν
ἀφῖκται, μελέτω σοι τούτου τοῦ σκυλακίου ἡμῶν·
33.1.10
μελήσει δέ, ἐὰν ἀσφαλῶς σαυτῇ παραπλησίως ἐπεις-
έλθῃς. **.
33.2.1
ἔστω οὖν λουτρὸν μὲν ψυχρόν, σπάρ-
γανα δὲ τρίβων, τροφὴ δὲ γάλακτος ὅσον γε μὴ ἐς
κόρον, βαυκαλήσεις δὲ ἐν ὀστρακίῳ χελώνης· τοῦτο
γάρ φασι καὶ πρὸς νοσήματα παιδικὰ διαφέρειν. ἐπει-
33.2.5
δὰν δὲ ἐς τὸ λαλεῖν ἢ περιπατεῖν ἔλθῃ, κοσμήσασα
αὐτὸ μὴ ξίφει, ὥσπερ ἡ Αἴθρα τὸν Θησέα, ἀλλὰ
βακτηρίᾳ καὶ τρίβωνι καὶ πήρᾳ, τοῖς μᾶλλον δυναμέ-
νοις φυλάττειν ἀνθρώπους ξιφῶν, πέμπε Ἀθήναζε. τὰ
δ' ἄλλα ἡμῖν μελήσει πελαργὸν ἐς τὸ γῆρας ἑαυτῶν
33.2.10
ἀντὶ κυνὸς θρέψαι.




Διογένης Λαέρτιος vi 96-98 -ΙΠΠΑΡΧΙΑ-


Ἐθηράθη δὲ τοῖς λόγοις καὶ ἵ ἀδελφὴ τοῦ
Μητροκλέους Ἱππαρχία. Μαρωνεῖται δ' ἦσαν ἀμφότεροι.
Καὶ ἤρα τοῦ Κράτητος καὶ τῶν λόγων καὶ τοῦ βίου,
οὐδενὸς τῶν μνηστευομένων ἐπιστρεφομένη,
οὐ πλούτου, οὐκ εὐγενείας, οὐ κάλλους·
ἀλλὰ πάντ' ἦν Κράτης αὐτῇ. καὶ δὴ καὶ ἠπείλει
τοῖς γονεῦσιν ἀναιρήσειν αὑτήν, εἰ μὴ τούτῳ δοθείη.
Κράτης μὲν οὖν παρακαλούμενος ὑπὸ τῶν γονέων
αὐτῆς ἀποτρέψαι τὴν παῖδα, πάντ' ἐποίει,
καὶ τέλος μὴ πείθων, ἀναστὰς καὶ ἀποθέμενος
τὴν ἑαυτοῦ σκευὴν ἀντικρὺ αὐτῆς ἔφη,
"ὁ μὲν νυμφίος οὗτος, ἵ δὲ κτῆσις αὕτη,
πρὸς ταῦτα βουλεύου· οὐδὲ γὰρ ἔσεσθαι κοινωνός,
εἰ μὴ καὶ τῶν αὐτῶν ἐπιτηδευμάτων γενηθείης."
Εἵλετο ἵ παῖς καὶ ταὐτὸν ἀναλαβοῦσα σχῆμα συμπεριῄει
τἀνδρὶ καὶ ἐν τῷ φανερῷ συνεγίνετο καὶ ἐπὶ τὰ δεῖπνα ἀπῄει.
ὅτε καὶ πρὸς Λυσίμαχον εἰς τὸ συμπόσιον ἦλθεν,
ἔνθα Θεόδωρον τὸν ἐπίκλην Ἄθεον ἐπήλεγξε,
σόφισμα προτείνασα τοιοῦτον·
ὃ ποιῶν Θεόδωρος οὐκ ἂν ἀδικεῖν λέγοιτο,
οὐδ' Ἱππαρχία ποιοῦσα τοῦτο ἀδικεῖν λέγοιτ' ἄν·
Θεόδωρος δὲ τύπτων ἑαυτὸν οὐκ ἀδικεῖ, οὐδ'
ἄρα Ἱππαρχία Θεόδωρον τύπτουσα ἀδικεῖ.
ὁ δὲ πρὸς μὲν τὸ λεχθὲν οὐδὲν ἀπήντησεν,
ἀνέσυρε δ' αὐτῆς θοἰμάτιον· ἀλλ' οὔτε
κατεπλάγη Ἱππαρχία οὔτε διεταράχθη ής γυνή.
ἀλλὰ καὶ εἰπόντος αὐτῇ,
"αὕτη ἐστὶν (E. Ba. 1236)
ἵ τὰς παρ' ἱστοῖς ἐκλιποῦσα κερκίδας;",
"ἐγώ," φησίν, "εἰμί, Θεόδωρε· ἀλλὰ μὴ κακῶς σοι
δοκῶ βεβουλεῦσθαι περὶ αὑτῆς, εἰ, τὸν χρόνον ὃν
ἔμελλον ἱστοῖς προσαναλώσειν, τοῦτον εἰς παιδείαν
κατεχρησάμην;" καὶ ταῦτα μὲν καὶ ἄλλα μυρία τῆς φιλοσόφου.

Φέρεται δὲ τοῦ Κράτητος βιβλίον Ἐπιστολαί,
ἐν αἷς ἄριστα φιλοσοφεῖ, τὴν λέξιν ἔστιν ὅτε
παραπλήσιος Πλάτωνι. γέγραφε καὶ τραγῳδίας
ὑψηλότατον ἐχούσας φιλοσοφίας χαρακτῆρα,
οἷόν ἐστι κἀκεῖνο (N2 pp. 809 sq.)·
οὐχ εἷς πάτρας μοι πύργος, οὐ μία στέγη,
πάσης δὲ χέρσου καὶ πόλισμα καὶ δόμος
ἕτοιμος ἵμῖν ἐνδιαιτᾶσθαι πάρα.
Ἐτελεύτησε δὲ γηραιὸς καὶ ἐτάφη ἐν Βοιωτίᾳ.



Ιδιαίτερα ελεύθερο πνεύμα η Ιππαρχία,
η πρώτη θα λέγαμε σήμερα φεμινίστρια.
Ζούσε σε πλήρη ισότητα με τον σύντροφο της,
πέταξε ακόμη και τα γυναικεία ρούχα της και
μαζί έζησαν ως σύγχρονοι ΧΙΠΠΥΣ δίνοντας
άλλον αέρα στην κυνική φιλοσοφία, που
διέφερε πολύ από όσα διακήρυτταν οι πρώτοι κυνικοί.

ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΤΙΚΗ ΖΩΗ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΗΝ
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟ;
απαλλαγμένη από τις σκοτούρες της καθημερινότητας.
Μαγκιά τους.


Μήπως να το ρίχναμε και εμείς στον κυνισμό και να
γλυτώναμε από την ακρίβεια και την αβεβαιότητα του αύριο;

Μοιρών, θυμίαμα και αρώματα




Μοιρν, θυμαμα ρματα

(Ορφικός ύμνος)

Μοραι πειρσιοι, Νυκτς φλα τκνα μελανης,
κλ
τ μου εχομνου, πολυνυμοι, ατ' π λμνης
ο
ρανας, να λευκν δωρ νυχας π θρμης
ῥήγνυται ν σκιερι λιπαρι μυχι ελθου ντρου,
να
ουσαι πεπτησθε βροτν π' περονα γααν•
νθεν π βρτεον δκιμον γνος λπδι κοφον
στε
χετε πορφυρηισι καλυψμεναι θνηισι
μορσ
μωι ν πεδωι, θι πγγεον ρμα δικει
δ
ξα δκης παρ τρμα κα λπδος δ μεριμνν
κα
νμου γυγου κα περονος ενμου ρχς•
Μο
ρα γρ ν βιτωι καθορι μνη, οδ τις λλος
θαντων, ο χουσι κρη νιφεντος λμπου,
κα
Δις μμα τλειον• πε γ' σα γγνεται μν,
Μο
ρ τε κα Δις οδε νος δι παντς παντα.
λλ μοι εκτααι, μαλακφρονες, πιθυμοι,
τροπε κα Λχεσι, Κλωθ, μλετ', επατρειαι,
ἀέριοι, φανες, μεττροποι, αἰὲν τειρες,
παντοδ
τειραι, φαιρτιδες, θνητοσιν νγκη•
Μο
ραι, κοσατ' μν σων λοιβν τε κα εχν,
ρχμεναι μσταις λυσιπμονες εφρονι βουλ.

[Μοιρ
ων τλος λλαβ' οιδ, ν φαν' ρφες]


Μοιρν, θυμαμα ρματα

Μοίρες απεριόριστες, τέκνα αγαπητά της μαύρης Νύχτας,
ακούστε την ευχή μου,  πολυώνυμες,
που κατοικείτε σε λίμνη ουράνια
όπου λευκό νερό, θέρμης νυχτερινής,
στάζει σε σκιερή, γαλήνια κρυψώνα, λιθόκτιστου άνδρου,
συνδιαλέγεστε με τους θνητούς στην άπειρη γη
-δίνεται ελπίδες κούφιες στο θνητό δοκιμασμένο γένος-
πορεύεστε καλυμμένες με πορφυρά λεπτά ενδύματα
σ' ολέθριο πεδίο, όπου το άρμα που βαστάζει όλη τη γη,
το καταδιώκει η δόξα, μπροστά στης Δίκης το άρμα,
της ελπίδας, των φροντίδων και των
Ωγύγιων νόμων,
της πανάρχαιας ευνόμου αρχής.

Η Μοίρα μόνο καθορίζει το βίο των θνητών
και το τέλειο του Διός μάτι,
και κανένας άλλος από τους αθανάτους,
που κατοικούν στις χιονοσκέπαστες κορφές του Ολύμπου,
επειδή όσα συμβαίνουν σ' εμάς τα γνωρίζουν
η Μοίρα και του Διός ο νους.

Αλλά, ελάτε για μένα, εσείς οι αέρινες, οι πράες,
οι ευγενικές, η Άτροπος, η Λάχεσις και η Κλωθώ,
με τον καλό πατέρα, οι νυχτερινές, οι άφαντες,
οι αμετάβλητες, οι αδιάλλακτες, οι παντοδότριες,
που αφαιρείτε τις θνητές ανάγκες.

Ω, Μοίρες, ακούστε τις σπονδές και προσευχές μου,
ελάτε στους μύστες σπλαχνικές και
απαλλάξτε με από τα δεινά.

(Έλαβε τέλος η ωδή στις Μοίρες, που σύνθεσε ο Ορφέας)

απόδοση: Χρυσούλα Ματσιαρόκου